30.12.13

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ - Μποναμάς

Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

               Λαλούσε το πρώτο κοκόρι που βγαίναμε στους δρόμους. Και τραγουδούσαμε   << Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά ψιλή μου δενδρολιβανιά  … >> σ’ ένα κόσμο που ξέραμε πως ήταν βαπτισμένος στο αίμα και τη φωτιά. Η φωνή μας έφερνε χαλασμό, στις θύρες οι ένοικοι μαζεύονταν σαν τις όρνιθες, άκουγαν το τερπνό ασμάτιό μας και μας εύχονταν περισπούδαστο και υγιή βίο.
             Μούσκεμα στον ιδρώτα από τον ποδαρόδρομο, εμπύρετοι πολλοί, δαρμένοι οι ατίθασοι, πεινασμένοι οι πληβείοι, νιώθαμε ευτυχείς. Στο δικό μας θρησκευτισμό, στο δικό μας πιστεύω για ένα κόσμο χωρίς σήψη, οφειλόταν το γέλιο των θυρών που ανοιγμένες γέμιζαν από αχό. Οι ευχές σωρηδόν, η παρθένος που είχε γεννήσει το θεό υιό της  να γελά στο εικόνισμα, οι άγγελοι μετά των ποιμένων σε κάθε στάβλο να δοξολογούν.   
              Νοικοκυροπούλες γλυκοξύπνητες γελούσαν με μάτια μαργαριταρένια. Έβγαζαν από τις ποδιές τον παράδεισό τους  και μας τον μοίραζαν. Κουλουρόψωμα, μελομακάρονα, κουραμπιέδες βουτύρου, φρέσκο αυγό, δραχμούλες σκουριασμένες με τις κορώνες και τα γράμματα σβησμένα. Ήταν ο μποναμάς μας που μέσα στις βροχάδες του χειμώνα έδιωχνε τον πουνέντε που λεηλατούσε το λιτό τσουκάλι μας. Το φαγώσιμο το καταναλώναμε στο σιτηρέσιο, το χρήμα το ξοδεύαμε στις ανάγκες της υπόδησης και της προμήθειας σχολικού υλικού.
               Με φορτίο το χρόνο το ζην μας έφτασε έως εδώ.  Για να βρει ένα μποναμά καβομαλιά. Γεμάτο φουσκωμένους λογαριασμούς της ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΔΕΥΑ, από κοινόχρηστα, της εφορίας, της περαίωσης, από πρόστιμα και  δίδακτρα, από δόσεις τραπεζών και αιμοσταγή χαράτσια.
             Μποναμάδες που στη μνήμη μας, εδραιώνουν ρητά του παλιού καιρού. Όπως τούτο: << Γιατί ‘σαι σύννεφο μαύρο αγάπη μου; Χρονιάρες μέρες  και μου τρίφτηκες; Τι σε βαλαντώνει; >>  << Βρήκα στο κουτί, της ΔΕΗ τον μποναμά! Πώς θες να ‘μαι; >>
              Και τ’ άλλο: << Μαράκι, πλύσου κι έρχομαι! Φέρνω και τον πρωτοχρονιάτικο μποναμά! >>
              Στις μέρες της κατάψυξης που ζούμε, ο Αϊ- Βασίλης φθάνει μεν αλλά πένης  και μ’ άδειο σακί. Πού να βρει φλουρί να βάλει στη ζύμη της βασιλόπιτας; Ψιλούλια να αγοράσει το κουρντισμένο αυτοκίνητο του φτωχού παίδα. Ένα κομπόδεμα ευρωπαϊκό να φιλοδωρήσει τον ΕΟΠΠΥ να προμηθεύσει το χάπι στην υπερτασική γριούλα;
             Ντρέπεται μ’ άδεια χέρια και τραβάει γι’ αλλού. Κόβει την τσουλήθρα από τις καπνοδόχους και σαλπίζει σε χώρες μακρινές τον ερχομό του.  Και ο μποναμάς του μπόμπιρα γίνεται κοπανιστός αέρας, του εργάτη ένα χαρτί απόλυσης, του έφηβου kuro siwo που τον σφίγγει, του υπέργηρου συνταξιούχου αναλυτική αναφορά του ροκανισμένου ποσού της σύνταξης.
                                             ellinikoxronografima.blogspot.gr

ΜΕΣΣΗΝΙΑΚΑ ΝΕΑ και ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Αρχειοθήκη ιστολογίου