9.7.10

Νάντια Γιαννακοπούλου – Απότομη και βίαιη η ανατροπή που φέρνει το ασφαλιστικό !

Παρέμβαση στη Βουλή, με αφορμή τη συζήτηση και ψήφιση του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για το νέο ασφαλιστικό σύστημα και τις εργασιακές σχέσεις, πραγματοποίησε την Πέμπτη 08/07/10 η βουλευτής ΠΑΣΟΚ Ν. Μεσσηνίας κ. Νάντια Γιαννακοπούλου. Στην ομιλία της η κ. Γιαννακοπούλου εστίασε στην αρχή της ομιλίας της σε ορισμένες άδικες ρυθμίσεις του νομοσχεδίου, τονίζοντας χαρακτηριστικά ότι ‘‘επιφέρει ανατροπές σε ασφαλιστικά δικαιώματα, αλλά και σε εργασιακά προνόμια και κεκτημένα, ενώ για πολλές ομάδες εργαζομένων που δεν ευθύνονται για την κατάσταση που έχουμε περιέλθει, δεν είναι όσο θα έπρεπε ανταποδοτικό και για άλλες είναι, ίσως, περισσότερο γενναιόδωρο από ότι θα έπρεπε’’. Συγκεκριμένα, επικεντρώθηκε και άσκησε κριτική κυρίως σε τρεις κεντρικές διατάξεις του σχεδίου νόμου, όπως
α) η κατάργηση της 13ης και 14ης σύνταξης και η αυστηροποίηση των ορίων ηλικίας, για τις οποίες ανέφερε ότι ‘‘ο καθένας μπορεί να ασκήσει κριτική και να βάλει πάρα πολλούς αστερίσκους’’,
β) το πρόβλημα το οποίο έχει ανακύψει με τις γυναίκες με τα ανήλικα τέκνα, για το οποίο τόνισε ότι ‘‘είναι παρά μα πάρα πολύ άδικο, καθώς δίνεται ουσιαστικά μια προθεσμία τριών ετών και επιβαρύνονται οι γυναίκες με τα ανήλικα τέκνα μέχρι και δεκαπέντε χρόνια επιπλέον’’. Σχολιάζοντας τη συγκεκριμένη ρύθμιση, κατέληξε ότι ‘‘πρέπει έστω και την τελευταία στιγμή να μπορέσει να βρεθεί μια λύση στα πλαίσια της λογικής, καθώς οι γυναίκες δεν μπορούν να σέρνονται επί της ουσίας ως τα εξήντα πέντε τους στην εργασία τους ιδιαίτερα όταν αυτές έχουν ανήλικα τέκνα’’,
γ) τη διατήρηση ορισμένων αδικιών και ανισοτήτων που υφίσταντο και με το προηγούμενο καθεστώς, όπως οι διατάξεις που αφορούν τα νέα όρια ηλικίας και τα απαιτούμενα έτη ασφάλισης των ασφαλισμένων πριν από το 1983 στις Δ.Ε.Κ.Ο., σε τράπεζες, στα ταμεία του Τύπου και σε άλλες κοινωνικές ομάδες, ανεξαρτήτως του πότε προσελήφθησαν. Στην κριτική της, αναφερόμενη στον Υπουργό κ. Λοβέρδο, έθεσε τα εξής ερωτήματα: ‘‘Γιατί πρέπει να συνεχιστεί η πολιτική των εξαιρέσεων, των πατρικίων και των πληβείων; Αφού κάνετε αυτήν την πραγματικά μεγάλη τομή, γιατί προχωράτε σε απαράδεκτες διακρίσεις και σε αποκλεισμούς των άλλων εργαζομένων;’’ Στη συνέχεια, η κ. Γιαννακοπούλου αφού ξεκαθάρισε ότι ‘‘κανένας δεν μπορεί να έχει την αποκλειστικότητα στο προνόμιο της κοινωνικής ευαισθησίας’’ υπεραμύνθηκε της ανάγκης διάσωσης του ασφαλιστικού μας συστήματος, έτσι ώστε ‘‘αυτό να είναι μεν αυστηρό, αλλά να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο δίκαιο και το σημαντικότερο να είναι βιώσιμο’’. Σε αυτό το πλαίσιο, η βουλευτής Μεσσηνίας έθεσε τον στόχο της αντιμετώπισης των ελλειμμάτων τα οποία αντιμετωπίζουν τα ταμεία, καθώς διαφορετικά, όπως ανέφερε, το σύστημα θα καταρρεύσει και τότε «γαία πυρί μειχθήτω». Στηρίζοντας τον παραπάνω ισχυρισμό έθεσε υπ’ όψιν της Ολομέλειας, αποτελέσματα αναλογιστικών μελετών που δείχνουν ότι οι δαπάνες για τις συντάξεις ως ποσοστό του Α.Ε.Π. θα διπλασιαστούν σχεδόν στα επόμενα σαράντα με πενήντα χρόνια, εξηγώντας ότι ‘‘καμία κοινωνία δεν μπορεί να αντέξει ένα τέτοιο βάρος!’’ Προσέθεσε, μάλιστα, ότι ‘‘οι δαπάνες αυτές στερούν από τον κρατικό προϋπολογισμό σημαντικά ποσά για τη χρηματοδότηση της υγείας, της παιδείας, της έρευνας και από τις πολιτικές για την καταπολέμηση της φτώχειας, την προστασία των ανέργων, την προώθηση της απασχόλησης, την υποστήριξη των οικογενειών με πολλά παιδιά, την ενίσχυση της στεγαστικής αυτονομίας των νέων και την κοινωνική φροντίδα, γενικότερα’’. Κλείνοντας την ομιλία της, η κ. Γιαννακοπούλου επεσήμανε ότι ‘‘κανείς, μα κανείς δεν είναι ευτυχής όταν παίρνει δυσάρεστα μέτρα για τον λαό. Όμως, είναι ιστορικό μας χρέος απέναντι στις γενιές που έρχονται να τους παραδώσουμε ένα ασφαλιστικό σύστημα βιώσιμο, καλύτερο και δικαιότερο από το σημερινό.’’ Μετά το τέλος της ομιλίας της κ. Γιαννακοπούλου παρενέβη αμέσως ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης κ. Ανδρέας Λοβέρδος, ο οποίος αναφέρθηκε και έδωσε απάντηση στις τρεις συγκεκριμένες ενστάσεις της κ. Γιαννακοπούλου. Συγκεκριμένα, στην διατυπωμένη ένσταση της κ. Γιαννακοπούλου όσον αφορά την κατάργηση της 13ης και 14ης σύνταξης, ο Υπουργός Εργασίας εξήγησε ότι ‘‘δεν το στοχεύαμε, δεν το θέλαμε, δεν το είχαμε. Και ξέρετε ότι αρνηθήκαμε να περικοπεί ο 13ος και ο 14ος μισθός. Τι επιχείρημα είχαμε εκεί ατράνταχτο; Το δημοσιονομικό, την απώλεια εισφορών. Εδώ είχαμε αδυναμία πειθούς. Ενώ στον 13ο και 14ο (μισθό) πείσαμε, στην 13η και στην 14η σύνταξη δεν πείσαμε. Σου έλεγε ο άλλος ότι υπόσχεσαι μείωση φαρμακευτικής δαπάνης και αύξηση εισφορών, όχι της τιμής των εισφορών, αλλά της απόδοσης των εισφορών από τους οφειλέτες’’. Όσον αφορά την αντίρρηση της κ. Γιαννακοπούλου από το βήμα της Βουλής, σχετικά με την διάταξη για τις μητέρες ανήλικων τέκνων, ο κ. Λοβέρδος είπε χαρακτηριστικά ότι συμφωνεί, ενώ συγκεκριμένα ανέφερε: ‘‘Ελπίζουμε ότι θα μπορέσουμε να κάνουμε προσαρμογές, κάτι που φαίνεται και από τη σχετική εντολή του Πρωθυπουργού στους συναρμόδιους Υπουργούς –σε εμένα και στον κ. Παπακωνσταντίνου- να αναζητήσουμε τις καλύτερες δυνατές λύσεις στο άμεσο μέλλον. Πότε, όμως; Όταν θα έχουμε εφαρμόσει το Μνημόνιο και θα έχουμε αποδώσει αποτελέσματα.’’ Σχετικά με τη διαφωνία της κ. Γιαννακοπούλου που έκανε λόγο για αδικίες και ανισότητες, λόγω της διατήρησης κάποιων ταμείων συγκεκριμένων ομάδων εργαζομένων, αντίθετα με άλλους, ο Υπουργός Εργασίας κ. Λοβέρδος εξήγησε τους λόγους αυτής της απόφασης, αιτιολογώντας ως εξής: ‘‘Κρατάμε το ταμείο των δημοσιογράφων και το ταμείο των ελευθέρων επαγγελματιών, δικηγόρων, γιατρών, μηχανικών. Δεν κρατάμε το ταμείο των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος. Αλλά θυμάστε τον αείμνηστο Γιώργο Παπαδημητρίου, από αυτό το βήμα να παρακαλεί την κυρία Πετραλιά, καταθέτοντας επιστολή του Τρισέ και λέγοντάς της ότι οι περισσότερες κεντρικές τράπεζες των κρατών-μελών αναλαμβάνουν οι ίδιες την ασφάλιση των υπαλλήλων τους χωρίς ταμείο. Και εμάς μας έδινε μια περιουσία η Τράπεζα της Ελλάδος, 380 εκατομμυρίων ευρώ. Αλλά θα την εξαντλούσαμε σε κάποια χρόνια και μετά θα πληρώναμε και αυτούς. Τους αφήνουμε, λοιπόν, στην Τράπεζα της Ελλάδος χωρίς ταμείο και γλιτώνουμε μια ετήσια κατραπακιά των 30-40 εκατομμυρίων ευρώ. Όποιος τα θεωρεί λίγα να μας τα δώσει. Αυτού του είδους οι «λύσεις» που ήταν πολύ επίκαιρες επί 35 χρόνια και τις έχουμε αρθρώσει όλοι, δεν περνάνε πια γιατί δεν έχουμε τα λεφτά αυτά. Η λύση αυτή δεν είναι λύση εξαίρεσης υπέρ προνομιούχων, είναι λύση συμφέρουσα. Η άλλη δε λύση για τα δύο ταμεία, των δημοσιογράφων και των ελευθέρων επαγγελματιών, στηρίζονται στη ρύθμιση ότι θα πληρώνουν αυτά τα ταμεία τη βασική σύνταξη από τον κοινωνικό τους πόρο και όχι ο κρατικός προϋπολογισμός. Για 7,5% των ασφαλισμένων δεν θα πληρώνει βασική σύνταξη το κράτος. Θα το πληρώνουν οι ίδιοι από τους κοινωνικούς πόρους που έχουν. Δεν είναι διακριτική μεταχείριση, είναι αποφυγή δαπάνης.’’