19.3.11

Ποιές περιοχές στην Ελλάδα κινδυνεύουν από τσουνάμι;

Ανάλογα με τη διεύθυνση που θα ακολουθήσει το τσουνάμι, μία ή και περισσότερες κατοικημένες περιοχές εκτιμάται ότι θα υποστούν σημαντικές καταστροφές, καθώς η παράκτια ζώνη στην οποία βρίσκονται έχει πολύ μικρή κλίση ως προς την επιφάνεια της θάλασσας.
Ένα τέτοιο κύμα με ύψος τουλάχιστον 3 μέτρα εκδηλώνεται στον Κορινθιακό Κόλπο κάθε περίπου 40 χρόνια και η τελευταία φορά που δημιουργήθηκε, προκαλώντας ζημιές στη νότια ακτογραμμή του κόλπου, δηλαδή από την Πάτρα μέχρι την Κόρινθο, ήταν το 1965.
Τα στατιστικά στοιχεία που έχουν επεξεργαστεί οι επιστήμονες δείχνουν πως όχι μόνο ο χρόνος για την εκδήλωση ενός τσουνάμι στον Κορινθιακό κυλάει πλέον αντίστροφα, αλλά και πως λίγα μόλις λεπτά μετά τον σχηματισμό του θα ορμήσει σε βάθος 250 μέχρι και 930 μέτρων στην ξηρά, καλύπτοντας μια έκταση περίπου 3.900 στρεμμάτων και προκαλώντας μεγάλες καταστροφές σε κτίρια, δρόμους και κάθε είδους εγκαταστάσεις.
«Τα στατιστικά δεδομένα μάς λένε ότι στον Κορινθιακό Κόλπο, που είναι μια από τις πιο σεισμογενείς περιοχές του κόσμου, εκδηλώνεται ένα τσουνάμι με ύψος τουλάχιστον 3 μέτρα κάθε περίπου 40 χρόνια, καταστρέφοντας ό,τι βρει στο πέρασμά του», λέει στα «ΝΕΑ» ο Ευστράτιος Δουκάκης που είναι καθηγητής Θαλάσσιων Επιστημών στη Σχολή Αγρονόμων Τοπογράφων Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας που αποτίμησε τον κίνδυνο που διατρέχουν οι εννέα περιοχές από το χτύπημα του τσουνάμι.
Είχε χτυπήσει το 1965
Η τελευταία φορά που δημιουργήθηκε τέτοιο κύμα με ύψος μεγαλύτερο από 3 μέτρα στον Κορινθιακό ήταν το 1965 στην Ερατεινή. Και ο λόγος για τον οποίο δεν έγιναν μεγάλες ζημιές είναι ότι εκείνη την εποχή δεν υπήρχε η πυκνή δόμηση που παρατηρείται σήμερα. «Το τσουνάμι, σύμφωνα με τα στοιχεία που συλλέξαμε και αναλύσαμε, θα προέλθει κατά κύριο λόγο από μια μεγάλη υποθαλάσσια κατολίσθηση που θα σημειωθεί στις απότομες πλαγιές της νότιας ακτογραμμής του Κορινθιακού Κόλπου. Την κατολίσθηση αυτή μπορεί να πυροδοτήσει ακόμη και ένας μικρός σεισμός μεγέθους 4 Ρίχτερ που, όπως είναι γνωστό, γίνεται συχνά στην περιοχή. Καθώς τα εδάφη στα υποθαλάσσια πρανή θα αποκολλώνται και θα κυλούν προς τον πυθμένα, το τσουνάμι θα αρχίσει να σχηματίζεται και να κινείται τόσο προς τη βόρεια πλευρά του κόλπου όσο και προς τα πίσω, στην ακτογραμμή της Πελοποννήσου». Στη βόρεια πλευρά, δηλαδή στη Στερεά Ελλάδα, οι ζημιές θα είναι ελάχιστες επειδή το κύμα θα βρει αντίσταση από τις απόκρημνες ακτές και δεν θα εισβάλει στην ενδοχώρα. Όμως μόλις αρχίσει να κατευθύνεται προς την παράκτια ζώνη ανάμεσα στην Πάτρα και την Κόρινθο που έχει μήκος περίπου 123 χιλιόμετρα, τότε θα συναντήσει περιοχές με ήπια κλίση και θα εισβάλει σε βάθος μεγαλύτερο από 250 μέτρα.
Όμως κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει ότι το παλιρροϊκό κύμα δεν θα είναι μεγαλύτερο από 3 μέτρα. Σε αυτήν τη θάλασσα μπορεί να φθάσει μέχρι και τα 5,5 μέτρα ύψος και σύμφωνα με στατιστικούς υπολογισμούς, ένα τόσο μεγάλο κύμα εκδηλώνεται στην περιοχή κάθε 103 χρόνια. Μάλιστα την τελευταία φορά που τόσο μεγάλα κύματα έπληξαν τον Κορινθιακό ήταν το 1963 στο Αίγιο. «Ένα τσουνάμι με ύψος μεγαλύτερο από 5 μέτρα θα κατέκλυζε μια περιοχή σε έκταση 7.600 στρεμμάτων», λέει ο κ. Ε. Δουκάκης.
Κυματικές καταιγίδες «τρώνε» τις ακτές
ΟΙ ΥΠΟΘΑΛΑΣΣΙΕΣκατολισθήσεις, που γίνονται στον Κορινθιακό Κόλπο και δημιουργούν τα τσουνάμι, προκαλούνται σε μεγάλο βαθμό από τη διάβρωση των ακτών εξαιτίας του μεγάλου κυματισμού. Αυτό σημαίνει ότι τα κύματα της θάλασσας κατά τη διάρκεια του χειμώνα αποσαθρώνουν και διαβρώνουν την ακτογραμμή, αλλά και τα πρανή που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια του νερού με αποτέλεσμα τα χαλαρά εδάφη που βρίσκονται στα πρανή του βυθού να ρηγματώνονται και να αποκολλώνται κατρακυλώντας στον πυθμένα. Μια κατολίσθηση στον Κορινθιακό μπορεί να ενεργοποιηθεί και από έναν σεισμό, όμως ο καθηγητής Ε. Δουκάκης λέει ότι τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί και το φαινόμενο των κυματικών καταιγίδων που οφείλεται στην κλιματική αλλαγή και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την πρόκληση κατολισθήσεων.
Οι καταιγίδες αυτές εκδηλώνονται με ρυθμό έως και 20 περιστατικών τον χρόνο, ενώ πριν από 3- 4 δεκαετίες εμφανίζονταν μία φορά τον χρόνο. Καθώς με τη δύναμή τους διαβρώνουν τις ακτογραμμές και τις υποθαλάσσιες κατωφέρειες, τα εδάφη δεν προλαβαίνουν να «συνέλθουν» στη διάρκεια του καλοκαιριού που η θάλασσα ηρεμεί με αποτέλεσμα η αποσάθρωση να εντείνεται και να δημιουργείται κατολίσθηση. ΤΑ ΝΕΑ