23.10.13

Την εξέδιδε με την βία και όλο το χωριό πήγε στην δίκη να τον υπερασπιστεί!

Ήρθε στην Ελλάδα να δουλέψει ως μαγείρισσα, για να στέλνει χρήματα στα τρία της παιδιά στην Ουκρανία. 
Αντ’ αυτού φυλακίστηκε σε ένα δωμάτιο σε κάποιο χωριό της Ελλάδας και αφού βασανίστηκε για μέρες, αναγκάστηκε να εκδίδεται παρά την θέληση της.
Όταν προσπάθησε να διαφύγει ο σωματέμπορος που την κρατούσε φυλακισμένη, την έδεσε σε ένα καλοριφέρ και την κρατούσε χωρίς φαγητό και νερό, ενώ την βίασε για να την «τιμωρήσει».
Στο δικαστήριο που έγινε όλο το χωριό βρέθηκε εκεί, για να υπερασπιστεί όχι την ίδια, αλλά τον… σωματέμπορο που την εξέδιδε!
Όλες οι γυναίκες του χωριού, αλλά και ο ιερέας (!), ένας δημοσιογράφος μεγάλου καναλιού και αρκετοί ακόμα –μερικοί από τους οποίους ήταν πελάτες της- κατέθεσαν υπέρ του έντιμου συμπολίτη τους!!!
Η συγκλονιστική κατάθεση
Η γυναίκα κατέθετε επί 5,5 ώρες με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες πώς ο σωματέμπορος την ανάγκασε να εκδίδεται καθημερινά, ενώ την εκβίαζε ότι αν προσπαθήσει να ξεφύγει θα σκοτώσει τα παιδιά της στην Ουκρανία. Το μαρτύριο της ήταν καθημερινό… «Και τις ημέρες της έμμηνου ρύσης;», την ρώτησε ο πρόεδρος του δικαστηρίου. «Ναι, μ' ένα ειδικό ταμπόν»

Όταν κάποια στιγμή ο πρόεδρος του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου ρώτησε ποιοι ήταν πελάτες της κοπέλας, σχεδόν όλοι οι άνδρες που παρευρίσκονταν στην αίθουσα σήκωσαν το χέρι.
Το «λάθος» που πλήρωσε ακριβά
Η γυναίκα μη αντέχοντας άλλο αυτό το Γολγοθά παρακάλεσε έναν από τους πελάτες της να την βοηθήσουν να διαφύγει.
Ο πελάτης όμως ενημέρωσε αμέσως τον σωματέμπορο και φίλο του. Κανένας από τους ευυπόληπτους πολίτες δεν ενδιαφερόταν αν η γυναίκα τρώει ξύλο ή αν δέχεται ψυχολογικό εκφοβισμό. Ούτε καν ο ιερέας του χωριού, ο οποίος παρόλο που δεν ήταν από τους πελάτες της, όταν ρωτήθηκε από μια ένορκο «Αυτές οι γυναίκες εκεί, έκαναν τουλάχιστον κονσομασιόν. Αυτό δεν σας απασχόλησε;» απάντησε: «Εγώ κοιτάζω την ενορία μου. Δεν με νοιάζει τι γίνεται πέρα από την εκκλησία μου»!
Ο δρόμος προς τον εφιάλτη
Πώς έφτασε αυτή η γυναίκα σε αυτή την κατάσταση; Μια συμπατριώτισσα της ανέλαβε να τη βοηθήσει να έρθει στην χώρα μας να εργαστεί ως μαγείρισσα. Αρχικά πέρασε στη Βουλγαρία, όπου παρέμεινε στην οικία κάποιου άγνωστου άνδρα. Στη συνέχεια, οδηγήθηκε από ένα συνεργάτη του άγνωστου άνδρα, μέσω αφύλακτης διάβασης των ελληνοβουλγαρικών συνόρων, σε σημείο από το οποίο την παρέλαβε άλλος άγνωστος άνδρας και τη μετέφερε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί παρέμεινε για λίγες ώρες στην οικία αγνώστου και στη συνέχεια κάποιοι άλλοι τη μετέφεραν στην πόλη, όπου υποτίθεται ότι θα εργαζόταν ως μαγείρισσα.
Εκεί της είπαν ότι την είχαν… αγοράσει από τους μεταφορείς αντί 3.000 ευρώ και ότι αν θέλει να εξαγοράσει την ελευθερία της θα έπρεπε να εργασθεί μέχρι να συγκεντρώσει το ποσό. Κάθε φορά που εκδιδόταν πληρωνόταν 60 ευρώ. Από αυτά τα 45 κρατούσε ο σωματέμπορος και τα 15 η ίδια. Όμως, ποτέ δεν πήρε χρήματα στα χέρια της. Το βράδυ την κρατούσαν κλειδωμένη στο μπαρ και τη φρουρούσαν «Τυχερή» μέσα στην ατυχία της
Σε αντίθεση με άλλες κοπέλες που περνούν μια ζωή κάτω από αυτές τις συνθήκες η 35χρονη ήταν «τυχερή». Κάποια στιγμή η αστυνομία διενήργησε αιφνιδιαστική επιχείρηση. Αστυνομικός υποδύθηκε πελάτη και στη συνέχεια εισέβαλαν οι συνάδελφοί του. Την συνέλαβαν και το κουβάρι ξετυλίχθηκε «Εσύ με πιστεύεις;»
Στην δίκη είχε στο πλευρό της την δικηγόρο της, τον αστυνομικό που την έσωσε και μια κοπέλα που την φιλοξένησε. Για αυτούς τους ανθρώπους που ήταν στο πλευρό της αποφάσισε να φτάσει μέχρι τέλους πριν επιστρέψει στην πατρίδα της.
Όπως χαρακτηριστικά περιγράφει η δικηγόρος της Ελένη Γκλεγκλέ, όταν την ρώτησε αν θέλει να μην πάνε σε δίκη, κάτι που θα ήταν πολύ επώδυνο για εκείνη, η 35χρονη την ρώτησε «Εσύ με πιστεύεις;». «Ναι», είπε η δικηγόρος. Τότε, «θέλω να μείνω για τον αστυνόμο (σ.σ. που την έσωσε), την κοπέλα (σ.σ. που τη φιλοξενεί), τον εισαγγελέα (σ.σ. στην πρώτη δίκη) κι εσένα γιατί προσπάθησες». «Μπορεί να χάσουμε» είπε η δικηγόρος...
Η κ. Γκλεγκλέ προσθέτε: «Συγχωριανοί, εκπρόσωποι Τοπικών Αρχών, όλοι γνώριζαν τις συνθήκες διαβίωσης του θύματος. Κανείς τους, όμως, δεν αναρωτήθηκε εάν ο τρόπος ζωής του είχε στοιχεία εξαναγκασμού, εάν η συναίνεση να ζει με αυτόν τον τρόπο ήταν αληθής, καθώς όλοι τους ήταν «ταγμένοι» υπέρ των συγχωριανών τους. Πολλοί από το ακροατήριο ήταν πελάτες του θύματος. Το θύμα πάλεψε ενάντια σε μια ολόκληρη κοινωνία που την κακοποιούσε ξανά και ξανά χωρίς έλεος και χωρίς δισταγμό, χωρίς αμφιβολία και χωρίς ενδοιασμούς». Αρχικά οι μάρτυρες έλεγαν ότι η γυναίκα δεν εκδιδόταν και ότι απλώς έκανε «κονσομασιόν». Στη συνέχεια, όταν συγκεντρώθηκαν ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία.
Οικογενειάρχης ο τύραννος της
Ο εν λόγω σωματέμπορος στα χαρτιά εμφανίζεται ως ιδιοκτήτης μπαρ. Μάλιστα, με χρηματοδότηση από ευρωπαϊκό πρόγραμμα κατάφερε να χτίσει και ξενοδοχείο. Στον β' όροφο εξέδιδε τις γυναίκες. Στο ίδιο οίκημα μένει η γυναίκα του και το εξάχρονο σήμερα παιδί τους. Τον κατά τα άλλα ευυπόληπτο πολίτη βοηθούσε και η κουνιάδα του, η οποία μοίραζε τα προφυλακτικά και έπαιρνε τα χρήματα από τους πελάτες.
Ο κατηγορούμενος τελικά καταδικάσθηκε για σωματεμπορία (12 χρόνια και οκτώ μήνες φυλακή) και οι δυο συγκατηγορούμενοι του για συνέργεια. Βγήκε μετά από 3 μήνες φυλάκιση, αφού κατέβαλε 27.000 ευρώ εγγύηση.
Πριν από τρεις μήνες συνελήφθη πάλι για σωματεμπορία, αφού βρέθηκαν στα δωμάτια του τέσσερεις Μολδαβές. Κυκλοφορεί και πάλι ελεύθερος, ενώ άσκησε έφεση στην απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου του τον καταδίκασε για σωματεμπορία. Την υπεράσπιση του έχει αναλάβει ένα από τα γνωστά ονόματα των Αθηνών, ενώ στο πλευρό του βρίσκονται και άλλοι δικηγόροι.

 Της Μαρίας Δεληθανάση από την "Καθημερινή"