7.2.15

Τι θα πει και τι θα ζητήσει η Αθήνα από τους εταίρους της

Του Χρήστου Μιχαηλίδη, ΚΥΠΕ-CNA
Αμέσως μετά την σύσταση χθες, Παρασκευή, της νέας Βουλής, με την εκλογή του Προεδρείου της, ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας κάλεσε στο γραφείο του στη Βουλή τον Υπουργό Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη και τον Αναπληρωτή Υπουργό Ευκλείδη Τσακαλώτο.
Τους ζήτησε να τον ενημερώσουν ενδελεχώς για τις επαφές που είχαν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους σε Παρίσι, Λονδίνο, Ρώμη, Φρανκφούρτη και Βερολίνο. Και η ενημέρωση έγινε παρουσία του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης Γιάννη Δραγασάκη και του Υπουργού Ανάπτυξης Γιώργου Σταθάκη.
Όπως πληροφορείται το ΚΥΠΕ, από τη συζήτηση που προέκυψε, ο κ. Τσίπρας σχημάτισε μια πιο εμπεριστατωμένη άποψη για το υπάρχων πολιτικό κλίμα στην Ευρώπη όσον αφορά το ελληνικό, οικονομικό πρόγραμμα. Αυτή η εικόνα θα αντικατοπτριστεί και στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης, που θα εκφωνήσει την Κυριακή ο Πρωθυπουργός.
Στην ίδια συνάντηση στο γραφείο του στη Βουλή, ο κ. Τσίπρας έδωσε και «συγκεκριμένες κατευθύνσεις» προς τους παριστάμενους Υπουργούς του, όσον αφορά τις αμέσως επόμενες κινήσεις της κυβέρνησης, που κανείς δεν κρύβει ότι, όπως είπε στο ΚΥΠΕ κυβερνητική πηγή, «είναι σε δύσκολα νερά, αλλά το περιμέναμε και είχαμε προειδοποιήσει τον λαό».
Για την Κυβέρνηση Τσίπρα, το «έκτακτο» Eurogroup, ήταν μία εξέλιξη «απολύτως αναμενόμενη και απολύτως ευπρόσδεκτη». Εκεί, θα παρουσιάσει ο Υπουργός Οικονομικών τις θέσεις της νέας ελληνικής κυβέρνησης, «όπως αυτές ανταποκρίνονται στη νωπή εντολή που έλαβε από τον ελληνικό λαό με σκοπό την αμοιβαία επωφελή συμφωνία σε σύντομο χρονικό διάστημα».
Για την στάση, τώρα, της Κυβέρνησης στις διαπραγματεύσεις με τους Ευρωπαίους εταίρους, πρωταρχικός στόχος φέρεται να είναι η επίτευξη μιας συμφωνίας σε ένα αρχικό «πρόγραμμα-γέφυρας», όπως το ονομάζει.
Αυτό το μεταβατικό πρόγραμμα, ελπίζει η Κυβέρνηση ότι θα διασφαλίσει  τις χρηματοδοτικές ανάγκες του δημοσίου μέχρι τη σύναψη οριστικής συμφωνίας με τους ευρωπαίους εταίρους.
Και θεωρεί ακόμα ότι για να φτάσει σε επιτυχές αποτέλεσμα που να ικανοποιεί και τις δύο πλευρές, την Ελλάδα και τους δανειστές της, θα πρέπει «να δοθεί χρόνος στη διαπραγμάτευση».
Η Κυβέρνηση επισημαίνει, ότι το «πρόγραμμα – γέφυρα» δεν είναι ένα νέο Μνημόνιο, με όρους, αξιολογήσεις κτλ, αλλά «μια επίσημη αποτύπωση της βούλησης όλων των πλευρών για διαπραγμάτευση χωρίς πιέσεις και εκβιασμούς».
Ο Γερμανός Υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόϊμπλε, στη συνάντηση που είχε με τον κ. Βαρουφάκη στο Βερολίνο, είπε ότι δεν τον ενδιαφέρει τι όνομα θα έχει αυτό το πρόγραμμα, αρκεί «να είναι κανονικό πρόγραμμα» και κάποιοι να το παρακολουθούν, όπως και εάν αυτοί θα λέγονται.
Πολιτικοί σχολιαστές στην Αθήνα κατανοούν ότι για την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, όσο και εάν είναι προετοιμασμένη για «λογικές υποχωρήσεις», δεν παύει να είναι φρέσκια λαϊκή εντολή κι επομένως «δεν μπορεί να απογοητεύσει τους ψηφοφόρους της που ενθουσιωδώς την υποστηρίζουν». Άρα, τονίζουν οι σχολιαστές, στην Ευρώπη την ερχόμενη εβδομάδα πρέπει να αναμένουμε, «μάχες ουσίας αλλά και μάχες εντυπώσεων».
Όσον αφορά τώρα το πρόγραμμα-γέφυρα που η κυβέρνηση θα παρουσιάσει στους εταίρους, η ίδια διαμηνύει ότι ο βασικός όρος που θα περιλαμβάνεται, είναι ότι καμία πλευρά δεν θα προχωρήσει σε μονομερείς ενέργειες.
Επιπλέον, με δεδομένο ότι η Ελλάδα δεν ζητάει τις εναπομείνασες δόσεις του υφιστάμενου προγράμματος – πέραν των 1,9 δις που οφείλουν, λέει η κυβέρνηση, να επιστρέψουν η ΕΚΤ και οι κεντρικές τράπεζες των κρατών – μελών από τα κέρδη που είχαν από τη διακράτηση ελληνικών ομολόγων (προγράμματα SMP και ANFA) – θεωρεί απαραίτητο να της δοθεί η δυνατότητα έκδοσης εντόκων γραμματίων πέρα από το όριο των 15 δις, ώστε να καλύψει τυχόν έκτακτες ανάγκες.
Ο Υπουργός Οικονομικών στο Eurogroup της ερχόμενης Τετάρτης, 11 Φεβρουαρίου, θα προσπαθήσει να πείσει τους ομολόγους του ότι το πρόγραμμα-γέφυρα δεν είναι μόνο «μια απολύτως λογική πρόταση, αφού θα ήταν παράλογο να περιμένει κανείς ότι μέσα σε λίγες ουσιαστικά μέρες θα βρεθεί λύση», αλλά επιπλέον, δεν δημιουργεί κόστος στους εταίρους, «δεν επιβαρύνει δηλαδή τους Ευρωπαίους φορολογούμενους».
Οι τελικές ελληνικές προτάσεις για την έξοδο από την κρίση, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές θα παρουσιαστούν  μετά τη συμφωνία για το πρόγραμμα-γέφυρα. Αυτές, όπως ανεπίσημα λέγεται, θα περιλαμβάνουν ένα «νέο πλαίσιο δημοσιονομικής στρατηγικής», που θα αποτυπώνει τους στόχους της κυβέρνησης για τα δημόσια οικονομικά τα επόμενα 3-4 χρόνια (ύψος πλεονάσματος, διάρθρωση εσόδων – δαπανών κτλ) και πάνω στο οποίο θα στηριχτούν οι προϋπολογισμοί της επόμενης τετραετίας.
Επίσης, η Κυβέρνηση θα υποβάλει ένα «νέο εθνικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων», όπως άτυπα επί του παρόντος το ονομάζει, το οποίο, εκτός των άλλων, θα περιλαμβάνει και μέτρα «που δεν τόλμησαν – και δεν ήθελαν – να εφαρμόσουν οι προηγούμενες, μνημονιακές κυβερνήσεις». Μέτρα, που ωστόσο δεν αναφέρονται καν ακόμα.
Ιδιαίτερη έμφαση πάντως είναι αποφασισμένη να δώσει η Κυβέρνηση, σε αυτό της το «οριστικό πρόγραμμα», στη φοροδιαφυγή, τη διαφθορά και τις μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, που θα εμπεδώνουν, λέει,  «μια νέα σχέση κράτους – οικονομίας, κράτους – κοινωνίας».
Από αυτόν, όμως, το «οδικό χάρτη» της ελληνικής κυβέρνησης στις κρίσιμες διαπραγματεύσεις που ουσιαστικά αρχίζουν από την ερχόμενη εβδομάδα, λείπει το ερώτημα «τι θα κάνετε εάν οι Ευρωπαίοι εταίροι απορρίψουν την πρόταση για το πρόγραμμα-γέφυρα;».
 Στο οποίο κανένας αξιωματούχος, επί του παρόντος, δεν απαντά.

Πηγή