29.4.16

ΕΠΙΚΑΙΡΟ ΑΡΘΡΟ - Ποιος φταίει που ως έθνος ενώ έχουμε βιώσει τόσες οδύνες....

ΓΡΑΦΟΥΝ Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΠΟΖΙΚΑΣ ΚΑΙ Η ΓΕΩΡΓΙΑ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
 
Σχεδόν εκατόν είκοσι έξι χρόνια έχουν περάσει από το Δεκέμβρη του 1893, όταν μέσα στο ελληνικό κοινοβούλιο, ο Χαρίλαος Τρικούπης αναφώνησε την ιστορική φράση: «Κύριοι, δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Είχαν προηγηθεί η στάση πληρωμών, -λόγω αδυναμίας αποπληρωμής των δανείων του απελευθερωτικού αγώνα,- που επέβαλε ο Ιωάννης Καποδίστριας το 1827 και η πτώχευση επί βασιλέως Όθωνος το 1843. 
Θα ακολουθούσε ακόμη μία, αυτή τη φορά δια στόματος, αλλά όχι δια χειρός, Ελευθερίου Βενιζέλου το 1932.
Πάντα ήταν βολική η απόδοση των ευθυνών στον αποδιοπομπαίο τράγο.
Για την ευθύνη των ηγετών απέναντι σε αυτά τα γεγονότα, πολλά έχουν γραφτεί και έχουν ειπωθεί. Το βέβαιο είναι ότι, τόσο ο διορισμένος κυβερνήτης της Ελλάδας όσο και ο μετέπειτα πρώτος μονάρχης της, είναι σχετικό, αν φέρουν ευθύνη χειρισμών ή διαπραγματεύσεων, καθώς προσπάθησαν να αποπληρώσουν υποχρεώσεις της χώρας που τους κληροδοτήθηκαν και έπρεπε να τις διαχειριστούν. Ο Χαρίλαος Τρικούπης επίσης, στα χρόνια του οποίου η χώρα γνώρισε σημάδια οικονομικής ανάκαμψης, ανόρθωσης της παραγωγικής μηχανής και εκσυγχρονισμού, είναι πολύ απλοϊκό έως άδικο, να κατηγορηθεί για τη χρεοκοπία της χώρας εκείνη την περίοδο. Θα πρέπει να προσμετρήσει στα γεγονότα της εποχής, τις εξελίξεις στις διεθνείς αγορές αγαθών, (η χώρα αντιμετώπισε έντονα το πρόβλημα διάθεσης βασικών εξαγωγικών αγαθών της , όπως η σταφίδα) την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, την κοινή γνώμη, αλλά και την τροφοδότηση και χρηματοδότηση της μεγάλης ιδέας και την πρώτη ανάσχεση του αυθορμητισμού για την εκπλήρωση της, με την πανωλεθρία του 1897. Η τέταρτη φορά που το ελληνικό κράτος οδηγήθηκε σε μονομερείς ενέργειες εξυπηρέτησης των υποχρεώσεων του το 1832 επί Ελευθερίου Βενιζέλου, ήταν ίσως η μοναδική φορά όπου η πατρίδα βρέθηκε κατεστραμμένη μετά το 1922, έρμαιο των διεθνών εξελίξεων και της μεγάλης κρίσης του 1929, που παρέσυρε στη δίνη της καθημαγμένες και εξαρτώμενες από σκληρά νομίσματα οικονομίες, όπως η ελληνική.

Αν μπορεί σήμερα ο ιστορικός να καταλογίσει στον Βασιλιά Όθωνα, πέρα από τις καλές του προθέσεις, ατολμία, αναβλητικότητα και έλλειψη ηγετικών ικανοτήτων, δεν μπορεί με την ίδια ευκολία να κάνει το ίδιο και για τους άλλους τρεις, από τα χείλη των οποίων, ο λαός στο διάβα της νεότερης ελληνικής ιστορίας, άκουσε την τρισκατάρατη φράση χρεοκοπία και με ότι αυτή συνεπάγεται για την επιβίωση του. Πολλές φορές, η ιστορία κρύβει συμπτώσεις που μπορεί να μη σημαίνουν και τίποτε, μπορεί όμως να υποδεικνύουν πολλά.
Τρεις χαρισματικοί ηγέτες και άνθρωποι, πολιτικοί με όραμα, βρέθηκαν σε δύσκολες συγκυρίες, επικεφαλής της ελληνικής πολιτείας και ο κάθε ένας από αυτούς, κατέγραψε στο βιογραφικό της πολιτικής του διαδρομής κι από μια εθνική δυστυχία. Πάντα ήταν βολική η απόδοση των ευθυνών στον αποδιοπομπαίο τράγο.
Ποιος φταίει που ως έθνος ενώ έχουμε βιώσει τόσες οδύνες, συνεχίζουμε ως πολίτες να αντιδρούμε με την ίδια παρόρμηση, όπως και τότε;
Τι κι αν δεκαετίες μετά αυτός ο αποσυνάγωγος εκείνης της εποχής, γινόταν πλατείες αμέτρητες, αγάλματα και προτομές. Σημασία είχε να κορεστεί η δίψα της μάζας για δήθεν δικαιοσύνη. Περισσότερο και βολικότερο, να θυσιαστεί κάποιος μεταφορικά ή κυριολεκτικά, για να ξεχάσει η κοινή γνώμη, να στρέψει το βλέμμα της αλλού. Έτσι ικανοποιώντας τα κατώτερα ένστικτα του, ένα ολόκληρο κοινωνικό σύνολο μπορεί να συνεχίσει την ιστορική του πορεία. Κρύβοντας για την ακρίβεια τη γύμνια του, από την έκθεση στο μερίδιο της συλλογικής απόφασης. Αυτή τη γύμνια που δεν την αντέχουν οι άνθρωποι, γιατί δείχνει με το χειρότερο τρόπο τη συνενοχή τους στο έγκλημα που τελέστηκε.

Το ερώτημα λοιπόν είναι σήμερα επίκαιρο όσο ποτέ. Ποιος φταίει που ως έθνος ενώ έχουμε βιώσει τόσες οδύνες, συνεχίζουμε να επαναλαμβάνουμε λανθασμένες συμπεριφορές και ως πολίτες να αντιδρούμε με την ίδια παρόρμηση, όπως και τότε; Μια χρεοκοπία, μια οικονομική και κοινωνική τραγωδία, συνοδευόταν και τότε με προπηλακισμούς, αγανάκτηση και βέβαια πολύ χειρότερα συμβάντα, που λάμβαναν εμφυλιοπολεμικές διαστάσεις.
Είναι πραγματικά δύσκολο να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, γιατί η συμπεριφορά των ατόμων και ιδιαίτερα όταν μετατρέπεται σε όχλο, δεν είναι πάντοτε προβλέψιμη. Εμπεριέχει κοινωνικό-ψυχολογικούς παράγοντες, ευμετάβλητους από εποχή σε εποχή και παραμέτρους, που συνδέονται με έννοιες όπως εθνική ταυτότητα, εθνική συνείδηση και υπευθυνότητα, οι οποίες συγκυριακά έχουν διαφορετικό αντίκτυπο, στις αντιδράσεις των πολιτών.
Τι μπορεί να δικαιολογήσει τις εξεγέρσεις, τις ύβρις, τις χειροδικίες ενός μορφωμένου λαού στις αρχές του 21ου αιώνα;
Αν λοιπόν για παράδειγμα, οι πρώτοι υπήκοοι του νεοσυσταθέντος κρατιδίου το 1827, δεν είχαν ακόμη παγιώσει πλήρη υπόσταση, ότι είναι πολίτες ενός κράτους με
δικαιώματα και υποχρεώσεις και σ’ αυτή την ανεπάρκεια συνέτεινε η φτώχεια, η αμάθεια και η πείνα την οποία βίωναν, δικαιολογούσε την αντίδραση τους και το πλιάτσικο
που επεχείρησαν στην πρώτη χρεοκοπία. Αν δηλαδή επρόκειτο και αυτή είναι η πραγματικότητα, για έναν λαό κουρασμένο από τους συνεχείς πολέμους, φτωχό, δίχως εκπαίδευση και πρόνοια, που λειτουργούσε σύμφωνα με τα ένστικτα της επιβίωσης και της αυτοσυντήρησης. Τότε τι μπορεί να δικαιολογήσει τις εξεγέρσεις, τις ύβρις, τις χειροδικίες και την αγανάκτηση ενός μορφωμένου λαού στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα, μπροστά στο άκουσμα ότι ο τόπος στον οποία κατοικεί, βρίσκεται σε οικονομικό κίνδυνο;
Αν κανείς μπορεί εύλογα να δει με συμπάθεια, έναν πλήθος να εξαγριώνεται, γιατί βγαίνει καταπονημένο από μια μικρασιατική καταστροφή και από μια περίοδο ανέχειας και πραγματικής δυστυχίας, έχοντας να αντιμετωπίσει και την απόγνωση της χρεοκοπία του 1932. Με ποια συναισθήματα πρέπει να προσεγγίσει τους σύγχρονους Έλληνες για την αντίδραση τους στα μέτρα περικοπών και περιστολής του εισοδήματός τους, εξερχόμενους από τέσσερις δεκαετίες πολιτικής σταθερότητας και ομολογούμενης οικονομικής ευμάρειας; Κανείς δεν θα ισχυριστεί ότι σε όλες τις εποχές δεν υπήρχαν οι πλούσιοι και οι φτωχοί, οι έχοντες και οι λιγότερο κατέχοντες, όμως η Γ’ Ελληνική Δημοκρατία υπήρξε μια περίοδος σταθερότητας και οικονομικής άνθησης.
Ποτέ δεν γαλουχήθηκε ο λαός με τις ιδέες και τις αξίες της ευθύνης και της αυτοκυριαρχίας.
Είναι σίγουρο ότι είναι διαφορετική η ψυχοσύνθεση του μισθωτού της μεσοπολεμικής περιόδου, που αγωνίζεται για τα απαραίτητα της ασφαλούς διαβίωσης και άλλη, αυτή του σύγχρονου, που έχει περάσει όπως όλος ο δυτικός κόσμος στο στάδιο της ικανοποίησης των αναγκών αυτό εκπλήρωσης και κοινωνικής αποδοχής. Πιστεύω ότι ίσως κάποια στοιχεία της απάντησης δεν βρίσκονται στα δικαιώματα και τις διεκδικήσεις, αλλά στη δόμηση της παιδείας των υποχρεώσεων. Εκεί υπήρξε πραγματικό έλλειμμα. Εκεί έλαβε χώρα πραγματική χρεοκοπία. Ποτέ δεν εκπαιδεύτηκε ένας ολόκληρος λαός και δεν γαλουχήθηκε με τις ιδέες και τις αξίες της ευθύνης και της αυτοκυριαρχίας. Όχι του πατριωτικού χρέους και του ηρωισμού που έχει επιδείξει ο λαός μας σε ταραγμένες περιόδους, όταν απειλούνταν η εθνική μας κυριαρχία, αλλά των υποχρεώσεων που πρέπει σιωπηλά να εκπληρώνει κανείς σε καιρό ειρήνης, απέναντι στο κράτος που είναι κομμάτι της ύπαρξης του. Δεν προετοιμάστηκε ποτέ για τις δύσκολες μέρες που είναι πάντα ένα ενδεχόμενο.

Όσο σήμερα πραγματικά συγκινεί την παγκόσμια κοινή γνώμη το περίσσευμα ανθρωπιάς, υπερηφάνειας και αλληλεγγύης, που οι δοκιμαζόμενοι συμπολίτες μας δίνουν απλόχερα στους πρόσφυγες που αναζητούν μια καλύτερη ζωή μακριά από τη φωτιά του πολέμου. Άλλο τόσο τρομάζει η ιδέα, ότι δεν έχουμε διδαχθεί από τα λάθη μας και είμαστε ακόμη επιρρεπείς στο ψέμα και τις πρόσκαιρες ολέθριες ψευδαισθήσεις που αυτό δημιουργεί. Πλέον δεν είναι σίγουρο, πότε θα εξέλθουμε από την κρίση που μας βρήκε, αυτό που ίσως θα πρέπει να ελπίζουμε είναι, ότι όταν αυτό γίνει με τις λιγότερες δυνατές απώλειες, να μη συνεχίσουμε να ζούμε μόνο με τις αναμνήσεις των εποχών που αφήνουμε πίσω μας. Να μάθουμε να διδασκόμαστε από τα μηνύματα τους.
Η αναξιοκρατία, το ρουσφέτι, η γραφειοκρατία, ο ωχαδερφισμός, οι λαοπλάνοι «κακοί» πολιτικοί, είναι δημιουργήματα της αδυναμίας μας να αναλάβουμε το δικό μας μερίδιο στη μοίρα του τόπου μας, που είναι και το μεγαλύτερο. Υπάρχουν, γιατί όσο απλόχεροι και φιλότιμοι είμαστε στην αλληλεγγύη του συνανθρώπου που δοκιμάζεται, άλλο τόσο εύκολοι είμαστε και στο ανάθεμα.
Ανήκουμε σε ένα παγκόσμιο χωριό και η εθνική μοναξιά δεν μας πρέπει.
Επιζητάμε την αλήθεια, στις αγορές και στα «λαϊκά» δικαστήρια όταν αφορά τα ελαττώματα και τις παραλείψεις άλλων, τρίτων, όχι τα δικά μας. Κι αν είναι έτσι η φύση μας να ακολουθούμε χρόνια τώρα τον μοναχικό δρόμο του περιούσιου κατατρεγμένου λαού, που τόσο γρήγορα θυματοποιείται κι άλλο τόσο πιο γοργά λησμονεί, μόλις περάσει το κακό. Τότε να αλλάξουμε. Γιατί ανήκουμε σε ένα παγκόσμιο χωριό και η εθνική μοναξιά δεν μας πρέπει.

Όσοι κάνουν επίκληση του πολιτισμού των προγόνων μας, που ήταν από τους πιο σημαντικούς, θα πρέπει να θυμούνται πρώτα απ’ όλα, ότι εκείνοι, υπήρξαν πρωτίστως κοσμοπολίτες, τολμηροί, φιλαλήθεις και κατάφεραν να εκπληρώσουν αυτό που είναι χρέος κάθε εποχής, ν’ αφήσουν σημάδια δημιουργίας, για ένα καλύτερο αύριο σ’ αυτούς που ακολουθούν.
Όταν λοιπόν σήμερα κάποιοι απευθύνονται στην κοινωνία των πολιτών, για την ανάληψη πρωτοβουλίας απέναντι σε όλα όσα βιώνουμε καθημερινά. Πρέπει να προσδιορίσουν το περιεχόμενο των χαρακτηριστικών και των αξιών που αυτή πρέπει να διαθέτει. Γιατί πραγματικά, είναι οξύμωρο σε μια χώρα με πλεόνασμα ηρώων, να εντοπίζει κανείς τόσο μεγάλο έλλειμμα συλλογικής υπευθυνότητας.
Όσοι έμαθαν για δεκαετίες να εξυψώνουν και να υμνούν την ασυλία του πλήθους διασκεδάζοντας τα πάθη του, για να τροφοδοτούν τις ανώφελες και μίζερες πολιτικές διαδρομές τους , τώρα που τους σώθηκε το αφήγημα είναι έκθετοι. Από την άλλη, εκείνοι που χρόνια έκρυβαν τις ευθύνες τους πίσω από την ανωνυμία των πολλών και μοιράζονταν το φορτίο της σιωπηλής συνενοχής, για να αντέχουν τη φωνή της συνείδησης τους, ήρθε η ώρα να καταλάβουν, ότι αυτή τους πληρώνει με το ίδιο νόμισμα της αδιαφορίας για τα δεινά που βιώνουν.
Η εθνική μας μοναξιά, ένα νοητό κάστρο πάνω στην άμμο, που οικοδομήθηκε, ανευθυνότητα την ανευθυνότητα, παραδοχή την παραδοχή, αδιαφορία την αδιαφορία, για να στεγάσει και να προστατέψει τα ατομικά μικρά μας όνειρα, που δεν κατάφεραν ποτέ να γίνουν κοινό όραμα. Γιατί κανείς, πλην ελαχίστων, δεν ήταν διατεθειμένος να εκχωρήσει σπιθαμή από την κατακτημένη με «αγώνες» βολή του.
Τώρα που η κρίση τα σάρωσε όλα, πελαγοδρομούμε ανάμεσα στο ψέμα και την αλήθεια, με περισσή ανθρωπιά πραγματικά, με το αίσθημα της αλληλεγγύης που ξυπνά πάντα μπροστά στη συμφορά, με πρωτοφανές κουράγιο. Αλλά πολύ φοβάμαι, έτοιμοι να κάνουμε ξανά, τα ίδια λάθη