4.8.16

Oι νεότερες γεννιές κάνουν λιγότερο σεξ , λένε οι επιστήμονες

Oι νεότερες γεννιές κάνουν λιγότερο σεξ , λένε οι επιστήμονες
Οι άνθρωποι που γεννήθηκαν στις δύο τελευταίες δεκαετίες της προηγούμενης χιλιετίας, δηλαδή μεταξύ 1980-2000 και ιδίως όσοι γεννήθηκαν στη δεκαετία του 1990 (οι λεγόμενοι Millennials) κάνουν λιγότερο σεξ από ό,τι η γενιά που γεννήθηκε στη δεκαετία του 1960 (η γενιά Χ).
Η μελέτη δείχνει ότι οι νεότεροι –που συχνά κατηγορούνται από τους μεγαλύτερους ως ναρκισσιστές και βολεψάκηδες- μάλλον δείχνουν μικρότερο ενδιαφέρον (και) για το σεξ.
Μια δεύτερη βρετανική έρευνα διαπίστωσε ότι ένα όχι ευκαταφρόνητο ποσοστό νέων –περίπου ένας στους δέκα- έχει σοβαρά σεξουαλικά προβλήματα. Οι δύο μελέτες από κοινού δείχνουν ότι, παρά τη σεξουαλική «επανάσταση» που έχει μεσολαβήσει, το σεξ παραμένει ένα «δύσκολο» ζήτημα για αρκετούς νέους και μάλιστα στις κατά τεκμήριο πιο προχωρημένες χώρες σε αυτά τα ζητήματα.
Οι ερευνητές στις ΗΠΑ, με επικεφαλής την καθηγήτρια ψυχολογίας Τζιν Τουέντζ του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνια και τον αναπληρωτή καθηγητή ψυχολογίας Ράιν Σέρμαν του Πανεπιστημίου Ατλάντικ της Φλόριντα, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό για θέματα σεξουαλικής συμπεριφοράς "Archives of SexualBehavior", ανέλυσαν στοιχεία για πάνω από 26.700 ενηλίκους που απάντησαν σε σχετικά ερωτηματολόγια.
Από αυτούς, το 15% όσων ήσαν 20-24 ετών (Millennials), ανέφεραν ότι δεν είχαν κανένα σεξουαλικό σύντροφο μετά τα 18 τους, έναντι ποσοστού 6% μεταξύ όσων είχαν γεννηθεί στη δεκαετία του ΄60 (γενιά Χ), όταν ήσαν στην ίδια ηλικία. Μόνο όσοι είχαν γεννηθεί στη δεκαετία του 1920, ανέφεραν ότι στα 20-24 τους έκαναν λιγότερο σεξ, σε σχέση με τους Millennials.
Η αποχή από τη σεξουαλική δραστηριότητα μετά τα 18 αυξάνεται διαχρονικά ιδίως μεταξύ των γυναικών: από 2,3% στη γενιά Χ σε 5,4% στη γενιά της Χιλιετίας (στους άνδρες τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 1,7% και 1,9%). Αλλά και πριν τα 18 καταγράφεται ανάλογη τάση: μεταξύ 1991-2015 το ποσοστό των αμερικανών εφήβων (μαθητών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης) που δηλώνουν ότι είναι παρθένοι, έχει αυξηθεί από 46% σε 59%.
«Τα ευρήματά μας αμφισβητούν τη διαδεδομένη αντίληψη πως τα παιδιά της Χιλιετίας είναι μια γενιά του εύκολου και συχνού σεξ, που ψάχνει μόνο για γρήγορες σχέσεις|», δήλωσε ο Σέρμαν και τόνισε ότι σίγουρα «οι Millennials δεν είναι πιο επιρρεπείς στο σεξ σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές».
Ως πιθανές αιτίες για την αυτοσυγκράτηση των νέων περί το σεξ, οι ερευνητές παραθέτουν την καλύτερη διαπαιδαγώγηση που έχουν λάβει σε σχέση με τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα όπως το AIDS, η εύκολη πρόσβαση στην πορνογραφία χάρη στο διαδίκτυο, η καθυστέρηση στην ωρίμανση, ο φόβος για κακομεταχείριση από τον σεξουαλικό σύντροφο, ο υψηλότερος αριθμός νέων που ζουν ακόμη με τους γονείς τους λόγω οικονομικών προβλημάτων, η καθυστέρηση του γάμου, η μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση των νέων ότι μπορούν να κάνουν τις όποιες επιλογές τους (ακόμη και αποχή από το σεξ) κ.α.
Οι ερευνητές ανέφεραν ότι η ίδια τάση σχετικής αποστασιοποίησης από το σεξ διακρίνεται και στη γενιά μετά τους Millennials, τη λεγόμενη «έξυπνη» γενιά (iGen) των online εφαρμογών και των κοινωνικών μέσων, που κατά μια εκδοχή περιλαμβάνει όσους γεννήθηκαν μεταξύ 1995-2012.
Εξάλλου, μια άλλη έρευνα από επιστήμονες της Σχολής Υγιεινής και Τροπικής Ιατρικής του Λονδίνου, με επικεφαλής τη δρα Κίρστεν Μίτσελ, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό για θέματα υγείας των εφήβων "Journal ofAdolescent Health", δείχνει ότι περίπου ένας στους δέκα νέους (9,1%) και μια στις οκτώ νέες (13,4%) στη Βρετανία, που είναι σεξουαλικά ενεργοί, έχουν κατά το τελευταίο έτος βιώσει τουλάχιστον ένα σεξουαλικό πρόβλημα διάρκειας τριών μηνών και άνω.
Τα προβλήματα στύσης (ή πρόωρης εκσπερμάτωσης) στους νέους και οργασμού στις νέες, καθώς και η έλλειψη ενδιαφέροντος για το σεξ είναι τα συχνότερα προβλήματα, αλλά οι νέοι σπάνια έχουν καταφύγει σε κάποιον ειδικό για βοήθεια.
Η έρευνα βασίστηκε σε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα περίπου 2.300 νέων ηλικίας 16 έως 21 ετών και τα ποσοστά πρόσφατων σεξουαλικών προβλημάτων που διαπιστώθηκαν, δεν διαφέρουν πολύ σε σχέση με τα αντίστοιχα σε μεγαλύτερες ηλικίες.