18.3.17

ΔΙΗΓΗΜΑ - Η ψυχή του σκύλου

Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου


           Στον Αγρίλη είχε τα λημέρια του ο Μάνος ο ψαράς και μοιραζότανε χρόνια τις μέρες και τις νύχτες του στη στεριά και στη θάλασσα, αφού του τα ‘φερε έτσι η ζωή να παλεύει με τα κύματα και τους αέρηδες για να βγάζει << τον άρτον τον επιούσιον >> πουλώντας τα ψάρια που έπιανε στα παραγάδια του, στους εύπορους ευγενείς και γαιοκτήμονες της περιοχής.
           Με τον ήλιο μια να φαίνεται και μια να χάνεται πίσω από τα βουνά της Κυπαρισσίας και πέρα στον ορίζοντα από το Τετράζι ως το Κατάκωλο να ροδίζει  μέσα στην πρωινή ανταύγεια, κινούσε με τον ερχομό της μέρας ο Μάνος ο ψαράς και μ’ όλα τα σύνεργα της ψαρικής στο μεγάλο καλάθι του, τραβούσε για το λιμάνι να συναντήσει << την κόρη του >> τη μικρή του βάρκα για ν’ ανοιχτεί μαζί της στο πέλαγο.
           Δεξιά του λιμανιού και πίσω από το όμορφο εκκλησάκι της Παναγίας ήταν το σπίτι του άλλου θαλασσινού, του γερο Νικόλα. Κι αυτός έφαγε τη ζωή του στα άγρια κύματα και γερασμένος τώρα ζούσε εκεί, μόνος, με το βλέμμα του πάντα στη δύση να αγναντεύει τον ορίζοντα  και να ονειρεύεται τα μακρινά του ταξίδια. Έφτιαξε ένα πέτρινο σπιτάκι, το στόλισε με ξωτικά και θαλασσινά πράγματα, φύτεψε στον κήπο του δέντρα και λουλούδια και διήγε το βίο του, μόνος όπως είπαμε, αλλά με συντροφιά το σκύλο του, ένα σκυλί Αφρικανικής ράτσας, μεγαλόσωμο, ρωμαλέο και όμορφο.
           Όταν το πρωτόφερε στον Αγρίλη και το κατέβασε από το καράβι μέχρι να το πάει στο σπίτι έγινε το έλα να δεις, από το συγκεντρωμένο πλήθος. Όλος ο Αγρίλης μαζεύτηκε για να το υποδεχτεί, να το δει και να το θαυμάσει! Τέτοιο ντελικάτο και βεργολυγερό σκυλί πρώτη φορά πατούσε το πόδι του σε Τριφυλιακή ακτή! Ολόμαυρο με την τρίχα του κοντή και γυαλιστερή σαν βελούδο, περπατούσε και θαρρούσες πως πετούσε. Τα πόδια του γερά και όμορφα σμιλευμένα, το κεφάλι του μακρύ με δυο μαύρα μάτια αστραφτερά, το περπάτημά του ένας ανάερος στίχος του ποιητή που χύνεται στον αέρα! Τα’ αυτιά του μεγάλα και κομψά, δίπλωναν κάθε τόσο και λιγάκι σαν δυο φύλλα χρυσού. Παρορμητικό, παιχνιδιάρικο, άφοβο, φιλικό, έπαιζε με κάθε περαστικό στο δρόμο, στον κήπο του σπιτιού του αφεντικού του  Νικόλα, έβρισκε τη χαρά και τη συντροφιά μαζί του, πότε γλείφοντας τα πόδια του, πότε να σκαρφαλώνει πάνω του, άλλοτε να του τραβά το παντελόνι, με αλόγιστη ευτυχία να τον κοιτάζει στα μάτια, όλο με κάποια χορευτική κίνηση να του δείχνει τα ευγενή συναισθήματά του.
          Ο καπετάν Νικόλας άνθρωπος αγαθός πολύ το αγαπούσε. Έτσι μόνος χωρίς οικογένεια, το’ χε συντροφιά του, μ’ αυτό ένιωθε τις χαρές της ζωής μ’ αυτό και τις λύπες. Ξυπνούσε το πρωί κι έτρεχε κοντά του. << Καλημέρα! >> του έλεγε και του χάιδευε τρυφερά την πλάτη. Πηδούσε χαρούμενο εκείνο πάνω του, τον έγλειφε στα πόδια, στα χέρια, με αναρριχήσεις προσπαθούσε να ανεβεί στους ώμους του. Ύστερα κολλούσε τη μουσούδα του στο πρόσωπό του και έδειχνε πως ήθελε να τον φιλήσει. << Θες να με φιλήσεις, ε; >> το ρωτούσε ο καπετάνιος  και το ‘παιρνε στην αγκαλιά του. Καθόταν μετά σ’ ένα σκαμνί, το έβαζε μέσα στα πόδια του και έπιανε την κουβέντα μαζί του.
           Το σκυλί τούτο το ξενομερίτικο το γνώρισε και ο Μάνος. Μόλις είχε αφήσει ένα δειλινό τη βάρκα του δεμένη στο μόλο και περνούσε έξω από το εκκλησάκι της Παναγίας. Είδε την πόρτα ανοιχτή και μπήκε. Εκεί συνάντησε και το σκυλί. Είχε μπει μέσα λάθρα και σαν ταπεινός προσκυνητής στεκόταν μπροστά από την εικόνα της Παναγίας, γρύλιζε κάτι, σήκωνε τη μουσούδα  του να τη φτάσει και κουνούσε την ουρά του σαν σήμα χαιρετισμού! Το έβγαλε έξω ο ψαράς και με  την πρώτη ματιά γίνηκαν φίλοι, φίλοι εγκάρδιοι και δυνατοί, σύντροφοι στη χαρά και στο παιχνίδι.
          Η φιλία τους κρατούσε καιρό, συναντιόταν ταχτικά, όλο   και κάτι το φίλευε ο ψαράς όταν τα δίχτυα του είχαν καλή ψαριά. Χορτασμένο πια, έτρεχε το κυνηγούσε, το χάιδευε, χαρούμενο εκείνο σκαρφάλωνε πάνω του, μια τρελή συντροφιά γίνονταν και οι δυο τους και έπαιζαν σαν μικρά παιδιά.
         Ώσπου ήρθε ένα μαύρο πρωινό, μ’ ένα μουχρωμένο ουρανό που έβρεχε θολή βροχή και φυσούσε κρύο αέρα. Το σκυλί σε κακά χάλια, έκλαιγε, τρέκλιζε,  χτυπούσε στους κορμούς των δέντρων και του μαντρότοιχου, και σαν κινούμενος  όγκος ψοφιμιού, σκορπούσε τον τρόμο και τη λύπη. Άρρωστο, ζαλισμένο, κουρασμένο,  με μάτια κλειστά, τυφλό και πληγωμένο ζητούσε μέρος να κρυφτεί, απάγκιο να ξαποστάσει.
         Το πήρε το μάτι του Μάνου του ψαρά και το πλησίασε. Σήκωσε εκείνο κλαίγοντας νωχελικά το κεφάλι του και τρεκλίζοντας στηρίχθηκε στα πόδια του. Για λίγο όμως γιατί πετά σωριάστηκε κάτω. Κολυμπούσε μες στον ασβέστη κι όλο ούρλιαζε και φώναζε θανατερά.
        ---  Γιατί Θεέ μου! Γιατί του το ‘καναν αυτό; αναρωτήθηκε ο ψαράς κι έσκυψε και το χάιδευε.
         Με μάτια δακρυσμένα το έκοψε μια και δυο για το σπίτι του καπετάν Νικόλα. Τον έφερε, του ‘δειξε το σκυλί  και άφησε κι αυτός πεσμένος πάνω του το δάκρυ του να κυλάει μέσα στο γυμνό αέρα. Ύστερα πνιγμένα είπε:
        --- Το τύφλωσαν οι αλήτες! Το έκαψαν με τον ασβέστη, το γέμισαν πληγές, πώς θα ζήσει τώρα; Ο διάβολος ας τους πιάσει στα δίχτυα του να τους ξεκοκαλίσει! Κι αμέσως μετά:  Έτσι θα το αφήσουμε; Δεν πρέπει να το φροντίσουμε;
       Ψηλά στον ουρανό φωνές, πολλές φωνές που τις έστελναν τα αστέρια είχαν στήσει το θρήνο τους. Και πιο πέρα στους δρόμους του Αγρίλη πρόσωπα με σφιγμένα χείλη σαν οπτασίες γλιστρούσαν σε σκοτεινές στοές.   
      --- Το έμαθε το επεισόδιο ο κτηνίατρος της  Κυπαρισσίας και θα επιληφθεί του θέματος, του είπε ο ψαράς με σβηστή φωνή λες και μισούσε τα λόγια του.
      Το σκυλί συνέχιζε να είναι ξαπλωμένο και μ΄ ένα θλιμμένο κλάμα να προσπαθεί να σηκωθεί. Δεν τα κατάφερνε κι όλο έπεφτε. Δοκίμαζε και ξαναδοκίμαζε αλλά πάντα βρισκόταν στο χώμα. Ώσπου κουράστηκε πια το πάνω και το κάτω και το πήρε απόφαση πως ήταν ανήμπορο για ηρωισμούς και λούφαξε στους  θάμνους ανασαίνοντας βαριά.
      Το απόγευμα ήρθε ο κτηνίατρος, το είδε, έκανε τη διάγνωση και πήρε την απόφαση: << Ολική τύφλωση κι από τα δυο μάτια, κακώσεις ανεπανόρθωτες στο σώμα και τα μέλη του και αναγκαστική θανάτωση για να μην υποφέρει το ζώο >>. Τον άκουσαν και οι δυο ναυτικοί κι έγιναν κάτωχροι. Δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους κι έφυγαν δυστυχισμένοι. Σαν απομακρύνθηκαν, ο καπετάν Νικόλας, γύρισε πίσω, το κοίταξε κουλουριασμένο όπως ήταν κοντά στο θάμνο, μετά τη θάλασσα που του το είχε φέρει και με θλιβερή ματιά, μουρμούρισε: << Αχάριστη που είναι πολλές φορές η ζωή >> και συνέχισε το δρόμο του.
        Ο επικεφαλής πήρε το σκυλί, το πήγε στο ποτάμι μέσα στις καλαμιές και τραβώντας το όπλο το πυροβόλησε. Ένα ουρλιαχτό ακούστηκε, μετά ένα κλάμα και το σκυλί έμεινε ακίνητο και άκαμπτο πάνω στην πράσινη φυλλωσιά.
        Ο καπετάν Νικόλας έζησε μετά πολλά χρόνια παντέρημος και μόνος. Όπου και να βρισκόταν το θυμόταν και μιλούσε ώρες ατέλειωτες γι’  αυτό. Κοιτούσε τη  θάλασσα μην το φέρει καμιά καλοτάξιδη γαλέτα, μήπως κανένα μπρίκι που έριχνε τα παραγάδια του το βρήκε και το μάζεψε, φέρνοντάς το πάλι πίσω στον τόπο του. Κι όλο δάκρυζε κι όλο το αποζητούσε πότε στους κήπους των σπιτιών, πότε στις ξέρες της ακτής, πότε στα μέρη που ξεψάριζαν οι ψαράδες. Κι ένα βράδυ που τα ‘χε πιει και είχε γίνει στουπί στο βάθος της ταβέρνας, αγναντεύοντας το πέλαγος που λαμπύριζε κάτω από το φως των αστεριών, θυμήθηκε την ιστορία του και την ξεδίπλωσε στους φίλους της παρέας: << Το γνώρισα στο Οράν >> τους είπε. << Δόκιμος ήμουν τότε και κάναμε γραμμή, Αίγυπτο, Αλγερία. Γαλλία. Πάντα μ’ άρεσε  η καλή ζωή, το ποτό και οι όμορφες γυναίκες. Τον έρωτα παράφορα αγαπούσα και πήγαινα συχνά στα πόρτα που βγαίναμε από το καράβι στις αμαρτίας τα σπίτια. Γνώρισα πολλά κορμιά αλλά ένα είχε μια δαρμένη ψυχή και μου άρεσε πολύ. Πήγαινα συχνά, χόρταινα τον έρωτα κι έβρισκα την παιδική χαρά μου ξεχνώντας θάλασσα, κύματα και άγριες φουρτούνες. Κι ευτυχισμένος όπως ήμουνα  μια νύχτα στο Οράν, φεύγοντας από τον οίκο της ανοχής που με τη γυναίκα ζήσαμε μια αξέχαστη ηδονή, σ’ ένα δρομάκι άδενδρο και στενό, ο ίσκιος του σκυλιού παράξενος μου εφάνη. Το σκέφτηκα πολλές φορές καθώς με πήρε από πίσω να το κλωτσήσω αλλά ένας άγγελος φύλακάς μου με συγκράτησε. Στην πλώρη πια το έφερα και το είχα συντροφιά μου και όλες τις ελεύθερες ώρες μου τις πέρναγα μαζί του παιχνίδια να του κάνω και να του δείχνω με τα χέρια μου τα αστεία Μαραμπού που στον ουρανό πετούσαν. Δεθήκαμε αλλόκοτα, παράξενα θα έλεγα και όταν το  ‘χανα ή μ’ έχανε τον κόσμο χαλούσαμε για να βρει ο ένας τον άλλο. Ζήσαμε μαζί εφτά χρόνια στο καράβι και πέντε στη στεριά. Το  αγαπούσα σαν παιδί μου. Φαίνεται τρελό αλλά έτσι είναι. Τώρα μου λείπει, υποφέρω και βασανίζομαι. Το σκέφτομαι αδιάκοπα και τη θάλασσα κοιτάζω ώρες ατέλειωτες και χαζεύω να το δω να ‘ρχεται! Δεν .έρχεται! Εγώ όμως θαρρώ πως έρχεται! Στιγμές - στιγμές χωρίς τη συντροφιά του νιώθω να τραβάω κακό δρόμο, δρόμο αγύριστο. Και είναι σίγουρο αυτό. Παντέρημος μες στις νύχτες μου δεν ακώ τίποτ’ άλλο  από τον τριγμό των κυμάτων και το ουρλιαχτό του σκυλιού! Αυτού του φίλου που πέθανε τόσο άσχημα >>.
        Έφερε το ποτήρι στα χείλη, το στράγγιξε και στράφηκε πάλι να κοιτά επίμονα  τη θάλασσα με μάτια δακρυσμένα από εκεί που περίμενε πως θα ερχόταν το σκυλί.