31.3.17

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ - Κουβαρνταλίκια

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου

              Η χώρα στραγγίζει, αφυδατώνεται, με ταραγμένη φωνή κλαψουρίζει, έλεος. 
Ανάλγητοι τοκογλύφοι της παίρνουν και το τελευταίο σέντσι απ’ την μεσοτσέπη, αυτονυκτί ετοιμάζονται  στον Καιάδα της χρεοκοπίας να τη σπρώξουν.
              Τα μνημόνια σκούρυναν, το χρήμα σκληρό, γερμανικό αιχμηρό δε στέκεται στα παντελόνια μας, γλιστράει από κάθε κασέλα, στα πορτοφόλια που φυλάγεται εξατμίζεται στο πι και φι. Μετά την επίπλαστη ευμάρεια η εποχή έγινε στέρφα, θυμίζει την αυτάδελφο της δεκαετίας του πενήντα.  Μόνο που τότε η εμμονικώς και αόκνως υφαίνουσα πλεκτάνες, φίλη Αμερικάνα πολιτεία, μας τάιζε για να μας ψαχουλεύει μετά το πάτριο έδαφος.  Δείχνοντας το κουβαρνταλίκι της φυλής της και με το ρεφενέ του λαού της, έστησε τα συσσίτια να χορτάσει τον πεινασμένο Έλληνα.
               Οι δάσκαλοι άφησαν τα βιβλία κι έπιασαν την κουτάλα. Ο δικός μου έβαλε ποδιά, μας γέμιζε τα κατσαρόλια σκονόγαλο, μας πλάκωνε στις σφαλιάρες  να καταπιούμε τα δισκία με τις αμφεταμίνες και τις λακτόζες.  << Χωνέψτε τα και συχωράτε το Μάρσαλ που ‘φτιαξε το σχέδιο και περιδρομιάζετε αφιλοκερδώς! >> τραύλιζε με δουλικό λόγο. << Χωρίς το δικό του οκέι θα είσαστε  προ πολλού μακαρίτες και θα σας μέτραγα απόντες >>.
               Εμμονικώς επέμεναν και να μας ντύνουν οι φίλεργοι και ευσπλαχνικοί  δολαράδες.  Ό,τι τσόλι περίσσευε, το  μάζευε ο ξεχειλωμένος αμερικάνος και το ‘στελνε. << Πού θα πάει; Θα το φορέσουν οι μαϊμούδες >> σκεφτόταν.  <<Πόσο θ’ αντέξουν τον ήλιο στο πετσί τους να τους κάνει εγκαύματα!>>
              Έτσι οι παπάδες έπιασαν το γλωσσίδι της καμπάνας,  αρχίζοντας τη μοιρασιά. Πήρε η Φωφώ το μεσοφόρι, η νεοκόρισσα την καπελαδούρα, η Γωγώ η τσοπάνα τη ρόμπα ζωγραφισμένη με τις ρουκέτες που ξεκοίλιαζαν  τους Κορεάτες οι αμερικανοί κομάντος. Η γριά  Μπάμπω, ένα ξεφτίδι σάβανο. Το δοκίμαζε, μούντζωνε κατά τη δύση και η γέρικη ψυχή της  έβγαζε σβηστή φθόγγους: << Ναίσκε ‘δω ‘μαι! Φορώ του τάφου μου το ρούχο! Είμαι ήσυχη τώρα! Θέλω να πεθάνω! >>
           Το ελληνικό γκουβέρνο περνάει κρίση. Έχει ρίξει το κεφάλι κάτω. Δύσκολα να το ανορθώσει εφεξής.  Οι τοκογλύφοι ανάλγητοι του ζητούν γη και ύδωρ. Η πατρίς στεγνώνει, συρρικνούται, γεννοβολάει ανεργία, πλακωμένη σκούζει κάτω από την πέτρα του βραχνά. Σκούρα τα πράγματα,  η μονέδα φεύγει από τις τρύπιες τσέπης του Έλληνα, σε καμιά φόδρα δεν κρύβεται χαρτονόμισμα ζεστό. .
          Μια γροθιά χρειάζεται θυμωμένη, την πόρτα να σπάσει του φυλακισμένου χρήματος και να μοιραστεί. Για να μπορεί ο καθείς  ν’  αγοράζει το ψωμί του. την τραγιάσκα, το σώβρακό, το ρούχο του το καθημερινό. Να πάψει να ψάχνει σε ραμμένες φόδρες και αραχνιασμένα συρτάρια να βρει σκουριασμένο αποθεματικό.