3.8.19

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ - Γλώσσα

Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου

         Κάποιοι λόγιοι  και μη εξαντλούνται σε φληναφήματα πως κινδυνεύει η γλώσσα και ως ντοπαρισμένοι γλωσσαμύντορες βγάζουν από το μάρσιπό τους ξιπασμένες ιδέες για να συμβουλέψουν τον υπόκοσμο που τη μιλά να αλλάξει τη λαϊκή του γλωσσική ρότα συμμορφούμενος στη δική τους τονική, φθογγολογική, γραμματική, συντακτική και  κανονιστική.
        Ξεχνούν φαίνεται πως ο λαός, μιλάει καλύτερα χωρίς κανόνες, πως οι περισπωμένες, οι οξείες και οι διασαφητικοί σύνδεσμοι ουδόλως τον βοηθούν στην επικοινωνία. Τι ήξερε ο Πέλεκας του Ζαχαρία Παπαντωνίου από τα παραπάνω όταν έγραφε: <<Είμαι ο Λάμπρος Πέλεκας του Αντωνίου από Γρανίτσα, του δήμου Απεραντίων. Έχω και την Αφρόδω αδερφή και σκύλο το Μούργο. Και παππούλη το Γεροθανάση. Και δάσκαλο το Δημητράκη.  Κι ένα σουγιά. Τα γίδια είναι άταχτα ζωντανά. Τα καλά παιδιά πηγαίνουν στο σχολείο και μαθαίνουν να γράφουν. Το πουρνάρι έχει τον καλύτερο ίσκιο. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι, εφτά, οχτώ, εννιά, δέκα, Έχω και καλαμάρι. Άγιος ο Θεός, Αμήν >>.
          Ο ποιητής της δημώδους ποίησης το ίδιο: << Κόρη όταν εφιλιώμαστε, νύχτα ήταν, ποιος μας είδε; --- Μας είδε τάστρο της νυχτιάς, μας είδε το φεγγάρι και το φεγγάρι έσκυψε της θάλασσας το λέει, η θάλασσα το είπε του κουπιού και το κουπί του ναύτη κι ο ναύτης το τραγούδησε στης λυγερής την πόρτα >>.
          Κι ο βοσκός έχει υπόψη του τη γραμματική όταν λέει; <<Εύκολο δεν είναι να βόσκεις τριακόσια γίδια. Όμως μ’ αρέσει. Είκοσι χρόνους είμαι ανάμεσά τους με τη γκλίτσα, ορθή στημένη και πότε – πότε στα πισινά τους ριγμένη.  Τι να κάνω;  Όταν τους κάνω τσεπ – τσεπ  γίνομαι άνθρωπος! Κι όταν είναι μαζεμένα γύρω μου νιώθω σαν πατέρας τους! >>
           Όπως και ο ψαράς που διηγείται με χάρη τι γνωρίζει από ομοιόπτωτους προσδιορισμούς: << Με τούτο το μπρίκι ψαρεύω, κάνω βίζιτες και γυρίζω τις ακρογιαλιές.  Γρόσια δεν έχει η θάλασσα αλλά έχει γλώσσα! Όταν ο καιρός είναι καλός είναι άλαλη. Σαν όμως θυμώσει δε χορταίνεις να την ακούς! Η γλώσσα της ξέρει και τραγούδια. Τ’ ακώ με την πίπα στο στόμα σαν στέκομαι στην πλώρη. Με συνεπαίρνουν όπως τα τραγούδια των Σειρήνων τον Οδυσσέα >>.
          Μήπως και η μοιρολογίστρα σκάμπαζε  από υπερσυντέλικους  όταν  θρηνούσε κι έλεγε: << Ήλιε μου και τρισήλιε μου και κοσμογυριστή μου ψες έχασα μια λυγερή, μια ακριβοθυγατέρα, να μην την είδες πουθενά;  --- Εψές προχτές την είδησα  στου χάρου το σαράι >>.