20.9.19

Από τι "απειλούνται" τα παιδιά που γεννήθηκαν με καισαρική

Τα βρέφη που έχουν γεννηθεί με καισαρική έχουν διαφορετικά εντερικά βακτήρια και μικροβίωμα από τα νεογνά που ήρθαν στον κόσμο με κολπικό τοκετό. 
Συγκεκριμένα τα πρώτα φαίνεται να παίρνουν περισσότερα βακτήρια από το νοσοκομειακό περιβάλλον, ενώ αυτά που γεννιούνται από τον κόλπο λαμβάνουν πιο πολλά βακτήρια από τις μητέρες τους, σύμφωνα με νέα έρευνα την οποία επικαλείται η Guardian.
Τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής, που δημοσιεύτηκαν χθες στην επιστημονική επιθεώρηση «Nature», ανέδειξαν ότι το μικροβίωμα των νεογέννητων τα οποία γεννιούνται από τον κόλπο δεν δημιουργείται λαμβάνοντας βακτήρια από τον κόλπο της μητέρας αλλά αντίθετα λαμβάνοντας εντερικά βακτήρια από την ίδια. Το εύρημα αυτό θέτει υπό αμφισβήτηση τις μεθόδους χορήγησης κολπικών βακτηρίων των μητέρων στα νεογέννητα από καισαρικές.
Ερευνητές από το Βασιλικό Κολέγιο Μαιευτήρων και Γυναικολόγων του Λονδίνου (Royal College of Obstetricians and Gynaecologists) τονίζουν ότι τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας δεν θα πρέπει να αποτρέπουν τις γυναίκες από το να γεννούν με καισαρική, καθώς ο ρόλος του μικροβιώματος δεν είναι ακόμη απόλυτα γνωστός και υπάρχει ανάγκη μελετών που θα εξετάσουν τις μακροπρόθεσμες επιδράσεις του στην υγεία.
Η Αλίσια Ράιτ, σύμβουλος μαιευτικής και πρόεδρος στο Βασιλικό Κολέγιο Μαιευτήρων και Γυναικολόγων, τονίζει, μάλιστα, πως η καισαρική σε πολλές περιπτώσεις ‘σώζει ζωές’ και είναι η σωστή επιλογή τόσο για τη μητέρα όσο και για το παιδί της.
Παρόλα αυτά, το μικροβίωμα του εντέρου, είναι ένα περίπλοκο οικοσύστημα με εκατομμύρια μικρόβια ωφέλιμα για το ανοσοποιητικό σύστημα. Η έλλειψη των σωστών βακτηρίων έχει συνδεθεί με την εμφάνιση πολλών αυτοάνοσων ασθενειών, αλλεργιών, άσθματος, διαβήτη. Δεν είναι πάντως ακόμη πλήρως γνωστό το πώς οι διαφορετικοί τύποι τοκετού συνδέονται με την ανάπτυξη διαφορετικού μικροβιώματος.
Οι μελετητές, στην προσπάθειά τους να κατανοήσουν καλύτερα την ανάπτυξη του μικροβιώματος εξέτασαν 1.679 δείγματα εντερικών βακτηρίων από περίπου 600 υγιή νεογνά και 175 μητέρες. Οι τοκετοί έγιναν σε βρετανικά νοσοκομεία είτε κολπικά είτε με καισαρική. Η δειγματοληψία έγινε στις τέσσερις, στις επτά και στις 21 μέρες ζωής αλλά κάποια βρέφη παρακολουθήθηκαν έως και για ένα έτος.
Χρησιμοποιώντας τη μέθοδο ανάλυσης γονιδιώματος και αλληλουχιών DNA, οι ερευνητές κατάφεραν να διακρίνουν τις διαφορές στα υπάρχοντα βακτήρια στις δύο μεθόδους τοκετού.
Διαπιστώθηκε ότι στους κολπικούς τοκετούς το γονιδίωμα των βρεφών δημιουργείται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τα εντερικά βακτήρια των μητέρων, ενώ τα παιδιά που είχαν γεννηθεί με καισαρική είχαν λιγότερα από αυτά τα βακτήρια.
Στη θέση των εντερικών βακτηρίων τα νεογνά που είχαν γεννηθεί με καισαρική είχαν περισσότερα βακτήρια που αποκτώνται στα νοσοκομεία και είναι πιο πιθανό να εμφανίζουν μικροβιακή αντοχή.
Οι ερευνητές απομόνωσαν, μεγάλωσαν και ανέλυσαν το γονιδίωμα από περίπου 800 βακτήρια που μπορούν δυνητικά να προκαλέσουν παθογένεια και επιβεβαίωσαν ότι είναι τα ίδια με τα στελέχη που προκαλούν λοιμώξεις στο κυκλοφορικό σύστημα στα βρετανικά νοσοκομεία. Ωστόσο, αυτά τα βακτήρια δεν προκαλούν συνήθως λοιμώξεις, ενώ τα εντερικά βακτήρια μπορεί να προκαλέσουν, αν εισβάλουν σε λάθος τμήμα του σώματος ή αν το ανοσοποιητικό σύστημα αποτύχει.
Ο δρ. Νίγκελ Φίλντ, επικεφαλής συντάκτης της μελέτης από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου UCL, υπογραμμίζει ότι δεν είναι ακόμα γνωστό το κατά πόσο αυτές οι διαφορές στο μικροβίωμα των παιδιών που έχουν γεννηθεί κολπικά και αυτών που έχουν γεννηθεί με καισαρική, επηρεάζουν την υγεία.
Επιπλέον οι περισσότερες γυναίκες που γεννούν με καισαρική παίρνουν αντιβιοτικά για να προλάβουν τις μετεγχειρητικές λοιμώξεις. Αυτό σημαίνει ότι και το βρέφος λαμβάνει κάποια ποσότητα αντιβιοτικού, οπότε οι διαφορές μικροβιώματος που παρατηρούνται ενδέχεται να οφείλονται και σε αυτή τη συνθήκη.
Οι ερευνητές φιλοδοξούν την επέκταση των ερευνών που θα προσφέρουν επιπλέον στοιχεία για το κατά πόσο οι διαφορές αυτές έχουν μακροπρόθεσμα επιδράσεις στην υγεία.
H έρευνα αυτή έγινε με τη συνεργασία του Ινστιτούτου «Wellcome Trust Sanger», του Πανεπιστημίου του Λονδίνου UCL και του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ.