4.10.19

ΔΙΗΓΗΜΑ - Η επικήρυξη του ποιητή

Του Παναγιώτη Αντωνόπουλου


         Χρόνια τώρα ο ποιητής της πόλης ζούσε εξόριστος  σε μια σπηλιά, με  τα άγρια θηρία και τα δηλητηριώδη φίδια. Κι αυτό γιατί το νοσηρό της Πνεύμα τον είχε διώξει, αρνούμενο να δεχτεί τους στοχαστικούς ιάμβους του και τις συναισθηματικές ελεγείες του.
           Πικραμένος κι αυτός αυτοεξορίστηκε. Ώσπου όμως να συγκατοικήσει με τους άγριους συντρόφους του, διέκοψε τις δημόσιες εμφανίσεις του, και απομονώθηκε οίκοθεν. Εκεί περιορισμένα αφουγκραζόταν το σφυγμό τής πόλης και συνέχιζε να γράφει τους στίχους του. Στίχους γλυκούς και ερωτικούς αλλά και σκληρούς σαν μάρμαρο και διαπεραστικούς σαν την εγγλέζικη ομίχλη.
           Βρήκε τρόπο και τους διοχέτευε κι αυτό εξόργισε τους άρχοντες και τους διεφθαρμένους μιας έκλυτης ζωής. Και πήραν την απόφαση, να τον εξοντώσουν. Να πάψει να φωτίζει με το φως των στίχων του το σκότος των ανομιών τους. Κι έστειλαν τους δημίους τους και τον βασάνισαν με κυνισμό και μίσος. Κι αφού τον έδεσαν, και τον προπηλάκισαν, του έκαψαν τα βιβλία του.
            Ύστερα τον διέταξαν να δει μια ζωγραφιά ανεξίτηλη στο χρόνο, μια ζωγραφιά που έπλεε στο μαύρος έρεβος και  σε όρνια που φτεροκοπούσαν. Φοβήθηκε και χλωμός και κουρασμένος αρνήθηκε να συνεχίσει. Και τότε με τρόπους άγνωρους οι δήμιοι έκαμψαν την αντίστασή του.
            Και είδε, μέσα σε ομιχλώδες και σουρεαλιστικό φόντο μια άσχημη γριά πεσμένη κάτω, μια γριά σκελετωμένη να βογκά από τους φριχτούς της πόνους που τους προξενούσαν οι αιμορραγούσες πληγές της. Διαβάτες την προσπερνούσαν αμέριμνοι και ασεβείς  κρυψίνοες σαδιστές πατούσαν πάνω της. Ζευγάρια νέων ανθρώπων έδειχναν δυσαρεστημένα, μεσήλικες έσκυβαν  στο πληγιασμένο σώμα της και το σκέπαζαν με το σκισμένο ρούχο της. Φωνές τρομαγμένων ακούονταν σαν άγρια μπόρα και φοβισμένες κόρες σφίγγονταν αναμαλλιασμένες στις αγκαλιές των αντρών τους.
              
            Ο ποιητής εννόησε αυτό που έβλεπε και το έδειξε με δυσφορία. Η πληγωμένη και καταρρέουσα γριά συμβόλιζε την Ποίηση! Ο δε ζωγράφος ηθελημένα την είχε απεικονίσει με κακόγουστο ερασιτεχνισμό για να την  κακοποιήσει και να δείξει την Παρακμή της μέσα από την Πτώση της!
            Αυτή η κακόγουστη αίσθηση του έφερε πνευματική συντριβή. Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να συνέλθει. Νομίζοντας πως απαλλάχτηκε απ’ αυτή τη φριχτή μνήμη της ζωγραφιάς τα ξανάνοιξε.  Όμως τον περίμενε άλλο καλλιτεχνικό εξάμβλωμα που τον αποδυνάμωσε και του έφερε ζάλη. Η ίδια γριά γυναίκα σε ανόητη χρωματιστή  σύνθεση συμπλήρωνε την  πρώτη δυσφημίζοντας την Τέχνη αλλά και τις τάσεις της νεότερης ζωγραφικής. Σ’ αυτή την εικόνα ο κακότροπος εικαστικός έδειχνε να μην βάζει όρια στον κυνισμό της τεχνοτροπίας του, μεγαλώνοντας τις πληγές στο σώμα τής γριάς που άφηναν οι σιδερένιες μπότες επτά οπλισμένων αντρών! Κι όσο πατούσαν το σώμα τόσο και οι επευφημίες των περαστικών ζωήρευαν για τη συντριβή του!
          Ο ποιητής ύστερα απ’ όλα αυτά τα έμπυα που είδε, ένιωσε μια ψυχοσωματική άνοια και κατελήφθη από υστερία και φόβο. Και κοιτάζοντας γύρω του να δει τους δημίους του αντιλήφθηκε πως τον είχαν εγκαταλείψει και ήταν μόνος. Προσπάθησε να ξελυθεί αλλά δεν τα κατάφερε. Οι σφιχτοί κόμποι των σχοινιών χρειάζονταν τη φροντίδα άλλου να λυθούν. Φώναξε, δυνατά κι απελπισμένα. Οι γείτονες που τον άκουσαν του έδωσαν χέρι βοήθειας. Καταπονημένος και συντριμμένος, ψιθύρισε όταν τον έλυσαν:
           --- Δε μ’ αγαπά πια η πόλη μου και μου ζητά να φύγω! Το πρωί θα είμαι μακριά της!
           Η καινούρια μέρα τον βρήκε στη σπηλιά. Ζούσε εκεί σαν ερημίτης κι ασκητής, με το ίδιο ρούχο στο κορμί, ακούρευτος και γενειοφόρος, συντροφιά με τα ζώα, τρώγοντας χόρτα και μαζεύοντας αρωματικά φυτά. Έγραφε στίχους οργής ντυμένους με ομορφιά, στίχους που σύντριβαν αλύσους και ξίφη των εχθρών.
          Φεύγοντας η πόλη έπεσε σε μαρασμό. Οι μέρες της έγιναν πέτρινες και η ψυχή της μαράθηκε. Απώλεσε Πνεύμα και Σκέψη και ζητούσε απελπισμένα μετάνοια για τον εξόριστο ποιητή.  Ότι έφτιαχνε γκρεμιζόταν και κάθε βήμα προόδου έφερνε λυγμούς. << Το σπίτι του φτωχού >>, << Ο βιολογικός καθαρισμός >>, << Το κοινωνικό ιατρείο >>, << Η στέγη διατροφής>>, << Το ίδρυμα πασχόντων >> έμειναν φαντάσματα που θύμιζαν ασάλευτη μελαγχολία. Σιωπές τάφων και ανάερες μεταρσιωμένες Υποσχέσεις.
            Οι δρόμοι βάλτωσαν, οι προχειρότητες και οι παραλείψεις σε έργα έγιναν εστίες θανάτου. Οι όγκοι των χωμάτων δυσκόλευαν τους πεζούς και τα ανοιχτά φρεάτια έγιναν είσοδοι και έξοδοι των αρουραίων. Οι ασθένειες ανεκτικές έκρουαν τις θύρες των σπιτιών και νύχτες άγριες κατέβαιναν στα νεκρά και παγωμένα ρείθρα.
       Κατάσταση κακή και οι πολίτες ανησύχησαν. Η πόλη ανυπεράσπιστη στο στόμα του κακού, έπνεε τα λοίσθια. Ο δήμαρχος είχε γνώση. Γι’ αυτό στο συμβούλιο γύρεψε την επιστροφή του αχώνευτου ποιητή.
        --- Η πόλη μετανιωμένη ζητά την επιστροφή του! είπε. Το πλήθος τον καρτερεί για να τη σώσει! Δοσμένοι είμαστε σ’ αυτόν και σκορπισμένοι σαν το φτερό στον άνεμο χωρίς αυτόν!
         Τρέμοντας και με άφατο σέβας ένας είπε:
        --- Είναι αυτοκράτορας στο σπήλαιο που ζει την πόλη δεν τη θέλει!
        Η αντοχή τού δήμαρχου είχε στερέψει. Τον επικήρυξε. Στο φως της άλλης μέρας που χύθηκε στη γη τον έφεραν μπροστά του.
        --- Η πόλη πέρασε πολλά, απόντος σου, ποιητή! του είπε. Άνεμος σφοδρός της έγδαρε το πρόσωπο και την ψυχή κι έγινε σαν πεταμένο φλούδι. Σε φέραμε να τη σώσεις!
        Ο ποιητής τον άκουσε ανέκφραστος. Σιωπηλός, χάιδεψε με το ένα χέρι του τη γκρίζα γενειάδα του και με το άλλο τις βαθιές ρυτίδες στο τραχύ του πρόσωπο. Έπαιξε τη γλώσσα του στα ματωμένα χείλη του και είπε με σβησμένη φωνή:
        --- Είμαι αδύναμος! Μόνοι σας θα σωθείτε!
          Δήμαρχος και παρευρισκόμενοι συνοφρυώθηκαν. Κάποιοι άσπρισαν σαν σταλακτίτες. Ο δήμαρχος τον ρώτησε:
          --- Δεν είσαι πολίτης τούτης της πόλης;
          --- Είμαι!
          --- Δεν έχεις ευθύνη;
          --- Έχω!
          --- Και τι κάνεις να τη δείξεις;
          --- Τη δείχνω  στο έργο μου το ποιητικό! Όμως δεν το αναγνώσατε και στο χρόνο που λειαίνει τη ζωή σας δεν απαγγείλατε ένα μου στίχο! Και να το σκοτάδι και να το σκέλεθρο της πόλης που αποπνέει δυσωδία!  Πάνω στη σάπια της κοιλιά θα περπατάτε και στη στρατιά των σκουληκιών θα ασπρίζουνε οι έγνοιες σας και οι γενιές σας. Ολοένα γυμνοί κι ολοένα ριγμένοι σε λαγούμια βρώμικα.
         Δυο σύμβουλοι ετοιμάστηκαν να του ριχτούν. Ένας  άλλος να τον χτυπήσει. Μια ομάδα μελανοχίτωνες ύψωσαν τις χοντρές γροθιές τους. Και οι ψυχραιμότεροι με λόγια σαν αγριολούλουδα τους συμφιλίωσαν.
         --- Αρνείσαι την επιστροφή στην πόλη αλλά όχι και τον έπαινό σου! του είπε ο δήμαρχος και τον έσπρωξε να γλιστρήσει σαν ανοιξιάτικη βροχή στην αίθουσα των τελετών.
         Μπρος στο άκομψο ακροατήριο ο επικηρυγμένος ποιητής δέχτηκε το καρφωμένο βλέμμα του και το μίσησε. Και όταν ο δήμαρχος του έδινε το εύκοσμο βραβείο, προκλητικός και ασεβής το αρνήθηκε. Και αφήνοντας τα γένια του να ανεμίσουν στον αέρα, έβαλε το χέρι του στον κόρφο. Κι από το φουσκωμένο στήθος του, έσυρε έξω ένα φίδι. Και με ηλεκτρισμένη χειρονομία το κύλησε στο χαλί.        
     Και τότε στη θέα του φιδιού οι καλεσμένοι έπεσαν σε θρήνο. Φώναζαν και κινούνταν σαν πεινασμένα σκουλήκια στην πεταμένη σάρκα. Οι δειλοί έκλαιγαν και οι σαπισμένοι στο υλικό σθένος ούρλιαζαν παράφρονες. Το φοβερό κεντρί του τους ρήμαζε τη ζωή και η ζάλη τους γεννούσε σκύλες, σκορπιούς, γύπες και τσακάλια γύρω τους.
      Ο καταραμένος όφις σύρθηκε τάχιστα προς το μέρος τους. Μ’ ένα σφύριγμα φάλτσου φλάουτου, χύθηκε πάνω τους. Με σηκωμένο το κεφάλι και το κορμί του ακόρεστο σε ελιγμούς, απειλούσε τους πουδραρισμένους, υποταγμένο σε εκδίκηση σκληρή.
       Εκείνοι  νοστάλγησαν τον καιρό τους τον καλό, τότε που σαν το άνθος στο κλαρί αχνοβολούσαν μοσχοθύαμα ενώ τώρα βυθίζονταν στα τάρταρα του φόβου, που αχτίδα ροδόχρωμη δεν κατεβαίνει κι όλα ντύνονται με περίβλημα σάπιο.  Ωστόσο αμύνθηκαν, να μείνουν στον κόσμο που τους χωρούσε και τον αγαπούσαν.
        Το φίδι έμοιαζε σαν τη φωτιά που ότι βρει το τρώει. Συρνόταν γρήγορα, και κυνικά, χορεύοντας το μακρύ κεντρί του. Ο χρόνος πάγωσε, το φίδι συστράφηκε,  και άγγιξε το πόδι της πρώτης λαμπερής κυρίας.  Τα μάτια της πήραν την ασπρίλα του αλατιού, κι ο χτύπος της σαν έπεσε κάτω τους ζύγιασε όλους σαν ακροβάτες στο σχοινί.
        Η πόρτα άνοιξε και η σκόνη των αιώνων κύλησε μαζί με το πλήθος στα σκαλιά. Κάτω από τα επιχρίσματα οι χτυπημένοι έσφιγγαν τις άκρες των χειλιών τους.  Οι ακρωτηριασμένοι βαστούσαν τη ζωή τους ορθή, οι πατημένοι από τυράννους κι εχθρούς άρδευαν με τα δάχτυλα μπηγμένα στα συντρίμμια την παραμορφωμένη τους ελπίδα. Κι όσοι παραφρόνησαν ξέσπασαν έντρομοι σ’ ένα ομαδικό θρήνο γοερό!