" Το Καπηλειό " Ζωντανή μουσική με τραγούδια της παρέας κάθε Σάββατο βράδυ και μεσημέρι Κυριακής
" Το Καπηλειό " με ένα ξεχωριστό εσωτερικό διάκοσμο, σε μία αίθουσα αρκετών τετραγωνικών μέτρων, κατάλληλη για να φιλοξενήσει κάθε είδους εκδήλωση που επιθυμείτε.

18.10.18

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ - Απουσιολόγος

Του Παναγιώτη  Αντωνόπουλου 

             Άλλος ένας σκουριασμένος κρίκος  της άρχουσας τάξης και του  καθηγητικού ολοκληρωτισμού για να ελέγχει την κοινωνική συμπεριφορά στην τάξη του μαθητικού << υπόκοσμου >>.
            Εύελπις νέος ακόμη τότε στο  γυμνάσιο, αζύμωτος με τη δράκαινα  κοινωνία, τούτη η καταγραφή των συμμαθητών μου που δεν εμφανίζονταν στο μάθημα, μου προκαλούσε ψυχολογική φθορά. Δηλαδή ο απουσιολόγος ήταν σφουγγοκωλάριος των καθηγητών, πραιτοριανός του γυμνασιάρχη και χαφιές ενδεδυμένος με τη θεοφιλή αριστεία να καταδίδει τους μαθητές!
            Στην εβδόμη τάξη είχαμε μια απερίττου κάλλους  απουσιολόγο. Αριστούχο, θεούσα με βούλα, με ορθόστητα στήθη, γάμπες τορνευτές, βλέμμα  << Γοργόνειο >>, μαλλί μαύρο στριφτό σαν φίδια. Η μικρονοϊκή τούτη αριστούχα, δυστυχώς είχε ξεφύγει με την επιβράβευση της χρέωσης του απουσιολόγιου, και, είχε φτάσει να γίνει μία ανήλικη δεσμοφύλακάς μας, μια μαύρη αράχνη που χαιρόταν να μας τσιμπάει, να μας δηλητηριάζει και να πεθαίνουμε.
         Ο γυμναστής ένας νεοναζί μπόγος, εκείνη την ημέρα μας τρέλανε  στις ανακάμψεις, στις επικύψεις, στο σημειωτόν και στο στρατιωτικό  τροχάδην. Στην αίθουσα ένιωσα τους σπερματοδόχους  αδένες μου ερεθισμένους και είπα στο συμμαθητή μου, πως έχουν ανάγκη τη φροντίδα του σχολίατρου. Η Μέδουσα ήταν εκεί, με άκουσε, κι έτρεξε στο γυμνασιάρχη. Τούτος ο άγριος Αττίλας δε μαδούσε μαργαρίτες, ούτε μας μάθαινε γράμματα, αλλά μας έδερνε. << Πες του, να ‘ρθει στο γραφείο >> μου παράγγειλε και πήγα. << Τι είπε; >> τη ρώτησε. << Ντρέπομαι, δεν μπορώ να πω! >> είπε αυτή και χουχούλιασε πάνω του. Με πλάκωσε στο ξύλο.  Ξύλο να δούνε τα μάτια σας. Για να γλιτώσω, το ΄βαλα στα πόδια και έγινα Λούης.
        Στην τάξη από τότε όταν  συναντιόμαστε, τραγούδαγα: χάιντε- χα δυο παλιογατιά, χάιντε- χα πάμε για καβγά… >>, καθόμουν στο θρανίο, της έστελνα μια δαγκωνιά, μια μούντζα και με ελαφρά τη καρδία έσκυβα στο Σοφοκλή. 

ΜΕΣΣΗΝΙΑΚΑ ΝΕΑ και ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Αρχειοθήκη ιστολογίου